last update
17.09.2004

Home
Arthrografia 2004
EELSPH-
Biblia
Vaios
Diethni Themata
Restaurant Apollon
Fotos
Cadolzburg
Logotexnia
Kultur
Diaspora
ELLHNES
Links
Arthra filon

Website desinged by

Hristos Fasoulas

www.chris-home.de

e-mail

160904-Prologos

φωτογραφία 1978

 

«...σαράντα μήνες μου κόστισε αυτό            «Και τΆ όνειρο δεν ξανάρθε, λες κι εκείνο το βάσανο της ψυχής μου..»                    κατάλαβε πως κάτι έμελλε να γίνει...»

 

     «ΣτΆ αχνάρια της ζωής»

Π Ρ Ο Λ Ο Γ Ο Σ

 Δύσκολο πράμα! Για μένα -μα την αλήθεια- πολύ δύσκολο. Τόσο, που φτάνει σε σημείο να κιντυνεύει να μη γίνει μπορετό να γράψω αυτό που θέλω, αυτό που η ίδια η καρδιά μου ζητά. Ποια ναΆ ναι άραγε αυτά τα εμπόδια που υψώνονται μπροστά μου σαν βουνά, κρατώντας τα χέρια και το νου μου και δε μΆ αφήνουν να γράψω αυτά που θέλω; Πολλά: Μα όσα κι αν είναι, μια ακατανίκητη δύναμη με σπρώχνει και με φωνάζει σα να με προστάζει: «Τι κάθεσαι; Τι; και ποιον καρτεράς; Καιρός υπάρχει. Κάμε την αρχή και όπου βγει».

 Χρόνια τώρα ακούω μέσα μου αυτή τη φωνή. Χρόνια κοντά δεκαπέντε απΆ τον καιρό που άρχισα να νιώθω τη ζωή μου, να ξεχωρίζω -κάπως- το καλό απΆ το κακό. Το δίκαιο απΆ τΆ άδικο, το φως απΆ το σκοτάδι. Τότε που κατάλαβα κι ένιωσα αυτή την πεθυμιά, θα ήμουν γύρω στα δεκάξι. Δεν προχωρούσα ωστόσο πιο πέρα. Φώναζε μέσα μου η φωνή, ξαναφώναζε, μα δεν μΆ όπλιζε ανάλογα να κάμω την πεθυμιά πράξη.

 Συχνά μέσα μου, διαλογιζόμουν τη ζωή μου, την μικρή ζωή, μέχρι λίγο πριν πάω στο στρατό. Πώς έζησα; Σε ποιες συνθήκες και σε τι περίγυρο; Και προπάντων πως μεγάλωσα μέσα σε πλούσια φτώχεια, αστήριχτος, με τη μόνη βοήθεια -μικρή άλλωστε- του πατέρα μου.

 Τα γράμματά μου δεν ήταν πιότερα του δημοτικού. Δυνάμεις συγκεκριμένες κάναν το όνειρο μιας πιο μεγάλης μόρφωσής μου, αδύνατο. Πάντα το πεθυμούσα μέσα μου, πάντα ζήλευα τους άλλους, που κατόρθωναν και φτάναν κάπου αψηλά. Γρήγορα όμως βρήκα το γιατρικό. Με παρηγορούσε η σκέψη πώς, αυτοί που φτάναν κάπου αψηλά, ανήκαν σΆ άλλα στρώματα· σΆ άλλες τάξεις· είχαν και το λεφαντόδοντο. Εγώ όμως δεν τα είχα. Κι έσκυψα με πίκρα το κεφάλι στο «μοιραίο» αυτό χτύπημα, και μπήκα με ζήλο και περφάνεια, στο μεγάλο αλώνι που λέγεται εργατική τάξη. Εκεί ήταν το στρώμα μου· εκεί ανήκα και δόθηκα ολόκληρος ψυχή και σώμα.

 Εδώ, γρήγορα κατάλαβα και προς μεγάλη μου κατάπληξη και πίκρα είδα την αδικία και την απάτη. Το ψέμα και την εκμετάλλευση σΆ ολάκερη την έκταση. Ο άνθρωπος, ο φτωχούλης, ο μη έχοντας στον ήλιο μοίρα, ήταν καταδικασμένος απΆ τα γεννοφάσκια του, να γίνεται πιόνι στΆ αρπαχτερά νύχια του άλλου «ανθρώπου»· να παίζουν μαζί του περγελώντας, και να τον απετάν στην άκρη του δρόμου ωσάν σκουπίδι, κι από κει και μετά «έχΆ ο Θεός» -κατά την συνήθεια των φουκαράδων πεινασμένων ανθρώπων.

 Όλα αυτά κι άλλα ακόμα, στροβιλίζονταν συχνά μες στη δίνη των σκέψεών μου και συχνά έβλεπα, τόσο στον ύπνο μου όσο και στον ξύπνο μου, φαντάσματα και ονείρατα που οι τότες  εποχές-εποχές που να μην αξιωθούν να δουν μάτια ανθρώπου- δεν νοούσαν μέσα μου να σβήσουν. Απεναντίας, έπαιρναν σάρκα και οστά. Γίνονταν μέσα μου σαν ένας γίγαντας γιομάτος φλόγες, λες κι ήθελε να κάψει ανθρώπους, πράγματα κι εποχές. Μια μεγάλη πίεση, από τα μέσα προς τα έξω, μΆ έσπρωχνε, μΆ έσπρωχνε, να πάρω λέει, ένα κομμάτι της ζωής μου, ένα άλλο των γονιών μου καθώς και κάνα δυο άλλα από δικούς μου, να τα βάλω στο χαρτί, να τους δώσω μορφή, κι αν γίνεται μπορετό, ακόμα και ζωή.

 Ό,τι γράφω δεν είναι ψέμα. Είναι όλα πηγές αλήθειας, είναι όλες φωνές που φωνάζουν μέσα μου. ¶λλες εξακολουθούν να ζουν, άλλες χάθηκαν πρόσφατα κι άλλες από πολύν καιρό. Πολλές φωνές απΆ αυτές, που ακόμα υπάρχουν, ζουν στο σημερινό στρόβιλο της αδικίας, του στιγματισμού, της εγκατάλειψης. Κι αυτές που φύγαν, -αλίμονο!- κουβάλησαν για πάντα στον ¶δη πολλές πληγές. Κι όσα κι αν γραφούν θα είναι λίγα· λίγα για το λόγο πως δεν είχα, δυστυχώς, την τύχη, δεν πρόλαβα να πάρω μερικά-ζωντανά που λέμε- από στόματα που κλείσαν για  πάντα.

 Στην πατρίδα μας, την Ελλάδα, στην κάποτε χώρα του φωτός, δεν μπόρεσα ποτέ να βρω αυτό που ζητούσα. Κι όταν σηκωνόταν το μυαλό μου, η ψυχή μου λίγο πιο αψηλά, σκόνταφτε στο ταβάνι του σκότους και ξανάπεφτε πιότερο πληγωμένο, αποκαμωμένο στη σκοτεινή του φωλιά. Κάτι ζητούσα· ένα φως, μια ελπίδα, ένα στήριγμα βοηθό. Μα δε το Άβρισκα πουθενά. Και να Άχεις απάνω σου τις ματιές των πλουσιόπαιδων να σε κοιτούν «αφΆ υψηλού» και με περίσσια ακαταδεξιά!

                 Στον κινηματογράφο ζητούσα λίγο φως, που όμως δεν βρήκα. Μου Άχε μείνει όμως μια εικόνα, μια περιέργεια. Απορούσα σαν έβλεπα πως σκοτώνονταν τόσες υπάρξεις με λογιών- λογιών θανάτους· τι γινόταν; Όπως πήγαινε το κακό, το αγαθό της γης που λέγεται άνθρωπος δεν θα υπήρχε σε λίγο. Μα όσοι σκοτώνονταν σΆ αυτές τις ταινίες σαν τέλειωνε το έργο, πάλι θα... ανασταίνονταν. Δεν μου είπε όμως κανείς, γιΆ αυτούς, που μέχρι τώρα εχάθηκαν στΆ αλήθεια... κι  ήταν κι αυτό ακόμα ένα στοιχειό, ένα αίνιγμα για κείνα μου τα χρόνια. Ζητούσα επίμονα απάντηση σΆ αυτά και σΆ άλλα ρωτήματα. Διψούσε η καρδιά μου· φλέγονταν η ψυχή μου! Και το χειρότερο; Δε το Άπα πουθενά! Δεν είχα την τόλμη, γιατί φοβόμουν μη με περγελάσουν και υπόμενα ολομόναχος σΆ αυτό το μαρτύριο.

 Έψαξα απεγνωσμένα και στα σκουπίδια ακόμα για ναΆ βρω τον μυρωδάτο βασιλικό, να τον μυρίσω λίγο και να μεθύσω με δύναμη. Νόμισα κάνα δυο φορές πως τον είχα βρει· μα ήταν περίσσια άνοστος, χωρίς μυρουδιά, και δεν ένιωσα μήτε μέθη μήτε δύναμη που καρτερούσα. Είχα πλανευτεί. Μάταια πήγαιναν όλα αυτά, όπως και τα πολλά παρακάλια που Άκανα στο Θεό και του ζητούσα να μου δώσει και μένα λίγο πνέμα· λίγο φως. Μα κι αυτός με παραμέλησε και τοΆ χω παράπονο μεγάλο.

 Κι ο καιρός περνούσε· τα χρόνια περνούσαν. Και η φωνή εξακολουθούσε να προστάζει κι εγώ δεν μπορούσα. Πέρασα το στρατό, έμεινα κάνα χρόνο στην Ελλάδα -στο μεταξύ παντρεύτηκα, τράνεψε η φαμελιά· μαζώχτηκε το σπίτι. Μετά πουλήθηκα κι εγώ, αντάμα με μυριάδες άλλα νιάτα, στο... μοντέρνο σκλαβοπάζαρο, που λέγεται Δ. Γερμανία.    

 Πέρασε ένα διάστημα σα νεκρό και νόμισα πως είχε ξεχαστεί η επιταγή της φωνής και σα να ησύχασα. Ως που μια νύχτα ήρθε πάλι στΆ όνειρό μου, με τη μορφή... τι μορφή δε θυμούμαι. Θυμούμαι όμως πως μΆ άδραξε απΆ τους ώμους και άγρια με φώναξε: «Να χαθείς μασκαρά! Τιποτένιε». Έκανα νΆ αντιμιλήσω μα με πρόλαβε το αναθεματισμένο ξυπνητήρι και μου θύμιζε πως η φάμπρικα με περίμενε. Τινάχτηκα ολόρθος σα να με δάγκωσε οχιά. Ήμουν πνιγμένος στον ιδρώτα  και η καρδιά μου χτυπούσε σαν ταμπούρλο.

 Πέρασε άλλο ένα διάστημα κι άρχισα να ακονίζω το μυαλό μου, που το θεωρούσα χοντρό σαν ξύλο και να το βασανίζω να δουλέψει. ΑπΆ την μια τον θεωρούσα τεμπέλη και ακαμάτη κι απΆ την άλλη πάλι, πως κάτι σκάλιζε κι αυτό. Και τΆ όνειρο δεν ξανάρθε, λες κι εκείνο κατάλαβε πως κάτι έμελλε να γίνει.

 Κάτι μπόρεσα και βρήκα να διαβάσω. ¶λλα μου άρεσαν και μου Άφερναν δάκρυ και χτυποκάρδι κι άλλα πάλι μΆ αντράλιζαν το νου, μου Άφερναν τέτοια αηδία και σιχασιά, που έφτανα  να κάνω εμετό. Κι άρχισα από μόνος μου να ξεχωρίζω, κι ένιωθα ένα βάρος να φεύγει από μέσα μου σα να Άταν ξόρκι. Πήρα απόφαση το λοιπόν κι άρχισα να γράφω. Μα δεν τα κατάφερνα. Τα εικοσιτέσσερα γραμματάκια τα Άχα ξαπλώσει πάνω στο χαρτί και τα κοιτούσα. ¶λλα με περγελούσαν σα να μου Άβγαζαν τη γλώσσα, κι άλλα πάλι με κοιτούσαν με συμπόνια που τα κακομεταχειριζόμουνα. Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι κι ένιωσα κάτι σα ντροπή, κάτι που έμοιαζε σα να γινόμουν κλέφτης. Νόμιζα πως αυτό που πήγαινα να κάνω δεν μου έπρεπε, κι αμέσως άναψα ένα τσιγάρο κι απΆ το ίδιο σπίρτο έκανα στάχτη το πρώτο μου χαρτί. Κι αμέσως ένιωσα μέσα μου κάτι που Άμοιαζε σαν σεισμός· πικρό ανέβηκε το σάλιο στο στόμα μου σα να Άθελε να με φαρμακώσει. Η καρδιά και η ψυχή μου ζούσαν στιγμές πόνου. Κομμάρα μου Άρθε στα πόδια μου και κόντευα να σωριαστώ και τα μάτια μου έκαιγαν σαν φούρνος, τόσο πολύ που δεν άντεξαν, σπάσανε το φράγμα κα δυο χοντρά δάκρυα πέσανε πάνω στο χαρτί και έκαναν τη στάχτη καπνό. Πνιγόμουν. Τα παράτησα και βγήκα να πάρω λίγο αέρα.

 Ήταν ένα χινοπωρινό απόγεμα. Ο ήλιος είχε τελέψει το μεροδούλι του κι έπεσε στο πύρινο κρεβάτι να ξεκουραστεί. Βαριά σύννεφα κυλούσαν κατά το νοτιά και έφερναν νερό. Το αεράκι ήταν κρύο, κι όλο φυσούσε, φυσούσε να διώξει τα σύννεφα και τη βροχή. Μα του κάκου. Σήκωσα το κεφάλι μου αψηλά και κοίταξα την ανταριασμένη απεραντοσύνη τΆ ουρανού και μου φάνηκε σα ναΆ χαμε τα ίδια πρόσωπα. Κοίταγα σιωπηλός σα να Άμουν κάτω απΆ τη στέγη του Θεού και μΆ ευχαρίστηση δέχτηκα στο πυρωμένο πρόσωπό μου τα πρώτα του κρύα δάκρυα. Έβρεχε. Κι από στιγμή σε στιγμή δυνάμωνε πιότερο. Πήρα τα πόδια μου και γύρισα σπίτι. Κοίταξα τη στάχτη που Άχε απομείνει με στοχασμό και λύπη. Την μάζεψα σα να Άταν κάτι ιερό, την έβαλα σΆ ένα φάκελο και την έκρυψα σε μια γωνιά. Και τότε σαν από θάμα, ήρθε σαν δύναμη αόρατη η προσταγή της φωνής, μΆ έπιασε το χέρι, κι επιταχτικά τΆ απόθεσε πάνω στο χαρτί. Κι εκείνο άρχισε να γράφει¥

 Καμιά δεκαριά ώρες ήταν τα σούρτα - φέρτα στη φάμπρικα, και τις υπόλοιπες ώρες τις μοίραζα για γράψιμο και άλλες στοιχειώδες ανάγκες. Πέρασαν κοντά δεκάξι μήνες και είχα σχολάσει. Διάβασα τι έγραψα, κι άρχισα να το ξαναγράφω περνώντας το απΆ το δικό μου αρχάριο κόσκινο. Η δεύτερη φορά μου κόστισε λιγότερο. Το ξαναργάστηκα κι άλλη κι άλλη φορά κι αφού απόκαμα το άφησα ¥το χτικιό.

 Κοντά σαράντα μήνες μου κόστισε αυτό το βάσανο της ψυχής μου. Και ό,τι είχα να πω για κείνη την εποχή το είπα. Όσες δυνάμεις είχα τις επιστράτεψα πάνω στο χαρτί. Μέχρι εδώ ήταν η δικιά μου δουλειά, η οποία και σχόλασε. Δικιά σου δουλειά αγαπητέ αναγνώστη να κάνεις  τις δικές σου κρίσεις. Τώρα, αν εγώ πήρα την πρωτοβουλία αυτήν, το Άκανα για το λόγο πως όσους θα δεις εδώ μέσα, δεν μπόρεσαν να το κάνουν είτε γιατί οι συνθήκες ζωής δε το επέτρεπαν, είτε γιατί ήταν αναλφάβητοι ή γιατί μερικούς τους πήραν πρόωρα τα γηρατειά και τέλος μερικών τα στόματα έχουν κλείσαν για πάντα. ΓιΆ αυτό και τΆ αποφάσισα. Κι αυτά που τώρα λέω έρχονται απΆ τα μύχια της ψυχής μου και σου τα κάνω και σένα γνωστά.

 Πέρα από τις δικές μου τάσεις (ο εφιάλτης μου, η φωνή) υπήρχαν και κάποιες άλλες που μΆ έσπρωχναν, και προπάντων φοβήθηκα μήπως κι αυτά τα στόματα που υπήρχαν σταμάταγαν για πάντα νΆ αναπνέουν. Και τότε αλίμονο! Θα πέρναγαν απαρατήρητα απΆ τον άνθρωπο της λογικής τα «καλά» που πρόσφερε η Πολιτεία μας, τόσο προ της κατοχής όσο και στον εμφύλιο και μετά απΆ αυτόν.

 Βουνά απΆ αγανάκτηση, αβεβαιότητα, ξευτελισμό και απανθρωπιά, είχαν γίνει ολάκερος σωρός στην καμπούρα του κοσμάκη που τα υπόμενε καρτερώντας. Έτσι φρόντισα να μη δώσω αυτή τη χαρά σε μερικούς -να μην σωπάσω - παρά να υψώσω τη φωνή μου και να φωνάξω, να φωνάξω όσο μπορώ και νΆ αναστήσω -έστω για λίγο- την μνήμη μερικών.

 Φτάνοντας στο τέλος αυτών που είχα να γράψω, πιστεύω πως θα ξανατολμήσω γιατί νομίζω πως έχω πολλά να πω, γιατί έχω την εντύπωση πως η ζωή γίνεται όλο και πιο δύσκολη και πολλές φορές χάνει την έννοιά της να λέγεται ζωή!...

 Μη σκεφτείς πως φιλοδοξώ να φτάσω εκεί που δεν μπορώ. Η ζωή μου, η θέση μου δηλαδή σαν άνθρωπος στη ζωή, είναι η εργατιά. Και το Άχω τίμημα και καμάρι. Κι αν τώρα το Άκανα αυτό, το Άκανα για δυο σκοπούς: Για σένα αναγνώστη! Για σένα και για γρήγορη Ανάσταση!

 

Φασούλας Βάιος 

Νυρεμβέργη, Δ. Γερμανία 1980