Home
Vaios
Restaurant Apollon
Fotos
Cadolzburg
Logotexnia
Kultur
Diaspora
Diethni Themata
ELLHNES
3kala.gr
patrides.com
MEGALEXANDROS
Links

Website desinged by

Hristos Fasoulas

e-mail

Panagoisoulis 1

 

ΜΕΡΟΚΑΜΑΤΟ  ΣΤΗ  ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ

 

Η βαριά σιδερένια σχάρα του εστιατορίου που ήτανε πίσω από τον πάγκο έσταζε λίπος. Η φωτιά του καμένου σίδερου έκανε τΆ αβγά που ψηνόταν πάνω της να χοροπηδούν, έμοιαζαν με ζωντανά όντα, ανακατεμένα με το χοιρινό μπέικον τσιτσίριζαν σα να κλαίγανε τη μοίρα τους. Τα δάκρυά τους έσταζαν σε φόρμα λίπους, ξεχείλιζαν απΆ τις άκρες του καυτού σίδερου, με πιτσίλιζαν και μου καίγανε τα σωθικά. Εκεί στην άκρη της ζεστής πλάκας οι βραστές και μετά ψημένες πατάτες του πρωινού πασπαλισμένες με πάπρικα μουσκευόταν με το λίπος του χοιρινού.

Οι πελάτες έκαναν ουρά και προσπαθούσαν να προσπεράσουν ο ένας τον άλλο για να σερβιριστούν πρώτοι. Οι περισσότεροι ήταν εργάτες που περνούσαν απΆ το εστιατόριο πριν πάνε για δουλειά. Τρώγοντας το πρωινό τους έβαναν νέες δυνάμεις. Μερικοί το έπαιρναν και το έτρωγαν έξω βαδίζοντας, για να μη καθυστερήσουν.

«Εγώ θέλω δυο αβγά χτυπητά με κρεμμύδια, φώναξε ένας ταξιτζής, που περίμενε στην ουρά.

«Εγώ μόνο τΆ ασπράδια ομελέτα και φρυγανιές σταρένιες.

Είπε ένας αδύνατος  ήθελε ν' αποφύγει την χοληστερίνη.

«Εγώ θέλω ομελέτα με τυρί, βάλε μου και αγγουράκια τουρσί, φρυγανιές από σίκαλη με μαρμελάδα δίπλα, τον καφέ μου με κρέμα και άμα έχεις βάλε μου και κολ-σλοου, ή πατάτα σαλάτα, φώναξε ο εβραίος, μάζεψε το παντελόνι του που ήταν έτοιμο να πέσει, ζήτησε νερό κι άρχισε την μουρμούρα για το πόσο αργεί να ετοιμαστεί η παραγγελία.

«Εγώ θέλω ένα αβγό σάντουιτς σε ιταλικό ψωμί με μπέικον, αλλά να μη σπάσει ο κροκός, είπε μια όρθια παράξενη που δούλευε καθαρίστρια σε σχολικό κτίριο της περιοχής.

«Θα το πάρω μαζί μου η ώρα περνά, δεν προλαβαίνω, μονολογούσε. Ένας Ιταλός εργάτης φώναζε:

«Δυο αβγά χτυπητά με πατάτες σε ιταλικό φραντζολάκι για έξω.

«Δυο αβγά με λουκάνικα, δεν θέλω βούτυρο στις φρυγανιές μου, οι πατάτες να είναι ξεροψημένες, βγήκε από κάπου μια σφυριχτή αντιπαθητική φωνή.

Η σερβιτόρα μου έφερε πίσω το πιάτο με τΆ αυγά και μου είπε: «Αυτή εκεί η χοντρή λέει ότι είναι πολύ ψημένα, θέλει άλλα να είναι πιο ωμά. Πρόσεχε πάλι, αυτός εκεί ο εβραίος λέει ότι σε είδε να πιάνεις τη φρυγανιά με τα χέρια σου, δεν την θέλει δως του άλλη, μα βάλε και αυτά τα ρημάδια τα γάντια σου επιτέλους!

«Εγώ θέλω γαλλικές τηγανιτές πατάτες, μου είπε ένας Ισπανόφωνος.

«Φτιάξε μας μια ομελέτα με μαρμελάδα, και γαλλική φρυγανιά,  μου φώναξαν κάτι νεοφερμένοι Ιρλανδοί.

Η σερβιτόρα μου Άφερε πίσω το πιάτο με τις τηγανιτές πατάτες. «Αυτός ο ισπανόφωνος λέει ότι του λείπουν τΆ αβγά απΆ το πιάτο.

«Μα δεν παράγγειλε αυγά, τόλμησα να πω.

«Δεν πειράζει βάλε του αυγά να τελειώνουμε.

Η σπάτουλα στα χέρια μου ανεβοκατέβαινε σα μηχανή. Ο ιδρώτας έσταζε μέσα στα πιάτα. Για να μην ξεχνάω τις παραγγελίες δεν μιλούσα. Προσπαθούσα να βγάλω κι αυτή την ημέρα με την καταπιεστική σκλαβιά σώματος και νου ενωμένες πασχίζοντας να επιζήσω στο κατεστημένο του μεροκάματου. Οι παραγγελίες γιΆ αβγά ερχόταν σαν αλυσίδα άγκυρας βαποριού που γλιστρά να βρει τον πάτο της θάλασσας.

Μια άγρια σπαρακτική κραυγή ξέσκισε τον αέρα.

«Μη βαράς, ρε! Έλληνας είμαι κι εγώ.

Γύρισα το κεφάλι, το αφεντικό -Έλληνας κι αυτός- είχε βάλει κάτω ένα γίγαντα και τον έδερνε.

«Να και τούτη να και την άλλη, που θα μου πεις εσύ ότι η πορτοκαλάδα μου είναι νερωμένη, φώναζε τΆ αφεντικό. Τον άφησε σηκώθηκε απΆ το πάτωμα, πέρασε  τα ανοιχτά δάχτυλά του σαν χτένα να στρώσει τα μαλλιά του, ήρθε πίσω απΆ τον πάγκο και μου είπε:

«Γιατί δεν ήρθες να βοηθήσεις;

«Δηλαδή να κάνω τι;

«Να χτυπήσεις κι εσύ, εκεί σε χρειαζόμουνα.

Δεν του απάντησα, γύρισα στη δουλειά μου. Όταν τελείωσα τη δουλειά είχε ήδη σουρουπώσει. Το αφεντικό φώναξε τον πιατά να κατεβάσει τα ρολά της πόρτας και να κλειδώσει από μέσα. ¶νοιξε τα μπράτσα του κι αγκάλιασε το ταμείο, έχωσε τα χέρια του στα εντόσθιά του κι άρχισε να μετρά τις εισπράξεις της ημέρας. Μια βλαστήμια ξέφυγε απΆ το στόμα του.

«Σήμερα δεν είχαμε τόσο πολύ δουλειά όπως άλλες φορές.

Μετά με φώναξε και μου είπε:

«Κοίταξε να βρεις αλλού δουλειά, δεν κάνεις για το μαγαζί μου.

Πέταξα την βρόμικη ποδιά σε μια γωνιά, άπλωσα το χέρι μου, πήρα τα χρήματα του κόπου μου που μου έδινε το βρόμικό του χέρι. Μετά φώναξε τον πιατά να μου ανοίξει την πόρτα να φύγω, και ξανά να κλειδώσει πίσω μου.

Ήταν Κυριακή. Η γειτονιά το Μπάουρι της Νέας Υόρκης.

Ένα βάρος ξέφυγε απΆ το στήθος μου. Τα χείλη μου άνοιξαν κι ένας βαθύς χαρούμενος αναστεναγμός όρμησε έξω, σφυρίζοντας σαν ανεμοστρόβιλος για τη λευτεριά νου και σώματος. Έδωσα μια κλωτσιά στον αέρα και προσπάθησα να χαρώ τη στιγμή της λύτρωσής μου, κλείνοντας τα παράθυρα των υποχρεώσεών μου.

Χαρούμενος κατευθύνθηκα στον υπόγειο σκεφτόμενος νΆ απολαύσω τη λευτεριά μου, μέχρι την ερχόμενη εβδομάδα, που σώμα και νους θα έβγαιναν για αναζήτηση δουλειάς στα διάφορα γραφεία εργασίας της 8ης Λεωφόρου και 40 δρόμων.

 

Γαβριήλ Παναγιωσούλης                             

Νέα Υόρκη Οκτώβρης 2001