Home
Vaios
Restaurant Apollon
Fotos
Cadolzburg
Logotexnia
Kultur
Diaspora
Diethni Themata
ELLHNES
3kala.gr
patrides.com
MEGALEXANDROS
Links

Website desinged by

Hristos Fasoulas

e-mail

H Ellada ston Aiona mas 2

Το πρώτο μέρος του έμμετρου:

«Η Ελλάδα στον αιώνα μας»

προβάλλεται σε συνέχειες¥ εδώ.

Το δεύτερο μέρος: «Οι Πατρίδες μου κι εγώ»
προβάλλεται αποσπασματικά στην παρούσα ιστοσελίδα.

Αφιερώνεται:
στους Έλληνες της Διασποράς που στερήθηκαν την Πατρίδα τους, στους γηγενείς που αγαπούν την Πατρίδα τους και βεβαίως στην¥
«Ελλάδα, μου έδωσες πολλά.
Εσύ φώτιζες το νου μου κι οδηγούσες το χέρι μου.  
Ως ευγνώμον και περήφανος σου το αφιερώνω!»

Η αφιέρωση του παρόντος έμμετρου προς στους Έλληνες σημαίνει ότι το έν λόγο έργο μπορεί να το ζητήσει κανείς ο λ ό κ λ η ρ ο  και  δ ω ρ ε ά ν  με ένα e-mail από τις παρούσες ιστοσελίδες:  vaios@fasoulas.de  και  syxetos@asxetos.gr

(ISBN 3-00-008222-0)

 

Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΟΝ ΑΙΩΝΑ ΜΑΣ

ΟΙ ΠΑΤΡΙΔΕΣ ΜΟΥ ΚΙ ΕΓΩ

(ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ)

(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ)

 

  «Ελλάδα μου, μητέρα μου, θεά και ομορφιά μου

γαλανοπεριστέρα μου, ελπίδα και χαρά μου¥

 

Θυμάσαι, πώς τελείωνα την τότε αναφορά μου;  

Αναφορά που μίλαγε στων χρόνων την πορεία

που μπόρεσες και έβγαινες μέσα απΆ τη δυστυχία 

των τέκνων σου συχώραγες πάθη και αμαρτίες

δόλους και σκευωρίες.             

 

Λίγες χρονιές επέρασαν γιομάτες με μαράζι   

ασίγουρες, αβέβαιες, ποιον τάχατε να νοιάζει;

Βουτιά στη νέα εποχή και εκσυγχρονισμένοι,  

μΆ άγνωστα λάβαρα ψηλά και τρίχα σηκωμένη,

γίναμΆ οι καημένοι

 

ΣφαδάζΆ η κοινωνία μας από τις αταξίες   

και ο καθένας νοιάζεται μόνο για θεωρίες          

τα ιδεώδη οράματα πέταξαν στον κουβά

πολλά τα λόγια, ψεύτικα, σφίγγουν την αγορά

κι αδειάζουν τα μυαλά.

 

Κι αυτά είναι τα λιγότερα που έχουνε συμβεί   

τάχα δεν τα γνωρίζεις , δεν ταΆ χεις ξαναδεί;

Μόνο που τώρα πλήθαιναν κι απλώνονται πλατιά

σα τα πλοκάμια του θεριού που φέρνουν συφορά

σε κάθε σου γωνιά

 

σε κάθε σου πόλη και χωριό, σε κάθε μαχαλά   

φτιάχνουνε, λένε, τον κόσμο, φίλο, ειρηνικό

σβήνουνε τη διάκριση και κάθε άλλο κακό

χτίζουν τζαμιά, βίαια ρίχνουν σταυρούς, σβήνουν λαούς,

μέλει γενέσθαι ακούς,

 

ποιους εννοούν; Κι έριξαν τα Βαλκάνια στη φωτιά            

καίγονται οι λαοί, του Ρήγα τα οράματα¥

λαοί των Βαλκανίων και γίνεται ανάμματα

Βούλγαροι, Σέρβοι και Ρωμιοί πάρτε τΆ άρματα

πάψτε νΆ ακούτε τάματα.

 

Όλοι εσείς, ωρέ, που έκραξε ο Ρήγας. Και οι  

άλλοι οι πιο κοντινοί μας και σκόρπιοι Αλβανοί

συλλογιστείτε, ωρέ καλά, μείνετε φωτισμένοι

πάρτε το νου στα χέρια σας, μείνετε αγγρισμένοι

κάτσετΆ εντός κειμένων 

 

πάψτε να υπηρετείτε τις προσταγές των ξένων.  

Με πόλεμο δεν σώζεται ποτέ η λευτεριά μας  

δε συλλογάστε, ωρέ μια ψίχα τα παιδιά μας

που θαΆ χουν ως κληρονόμημα μονάχα συφορές

και αγιάτρευτες πληγές;  

 

Ε εσείς, ω γείτονοι, τον Οδυσσέα μοιάστε  

κι αφήστε τις σειρήνες να σκούζουν μοναχές

τους πονηρούς όλοι μαζί από τΆ αφτιά αδράξτε  

και αντάμα όλους να διώξουμε από τις γειτονιές,

που έγιναν εχθρικές.

 

Κάθε κακούργο, πονηρό, κάθε εκμεταλλευτή  

είτε ντόπιος, ευρωπαίος, είτε Αμερικανός 

αυτοί μας φέρνουν συφορές και μας χαλούν τη γη

και μας λυπάται από ψηλά μονάχα ο Θεός

που φτάνει ο χαλασμός.

 

Ε, Βαλκάνιοι, τηράτε, πώς φτιάξαν της Ευρώπης  

απρόσωπη σα μάγισσα, σα Μέδουσα, σαν Κίρκη

σαν ένας άσπονδος εχθρός που τρώει τον εαυτό της

και ζώα αν ρωτήσετε θΆ ακούσετε για φρίκη

και για μια καταδίκη   

 

απάνθρωπη και αφύσικη γιΆ αυτές τις εποχές.  

Ό,τι κακό και άχρηστο, σκάρτο , διεφθαρμένο 

παλιά αμαρτήματα, πληγές, μένουνε ανοιχτές

κι ας μιλούν διαπασών για πολυπολιτισμένο ,

μα κόσμο προδομένο.  

 

Κι εσείς λαοί, φτωχοί στην ύλη, μα πλούσιοι στη γνώση  

πώς καταντήσατε, ωρέ , και γίνατε αργαλειοί τους

και υφαίνεται μόνο γιΆ αυτούς και έχετε φορτώσει,

απάνω τους τα πιο ακριβά προικιά και την υποταγή τους 

δεχτήκατε, ω άμοιροι!

 

Κι εσείς ταγοί χάσατε πια το νου σας κι ως άσκεφτοι 

ακούσατε, ω συνεργοί, το σάπιο το βιολί τους

ψεύτικες νότες κι άχρηστες κάνατε μελωδίες

στρωθήκατε και παίξατε παράδοση κι αξίες  

κάτω απΆ την πίεσή τους

               

και τους λαούς χωρίς μυαλό τους έχετε προδώσει  

μες στην πυρά τους τόπους μας έχετε παραδώσει

και οι φυλές μπερδεύτηκαν μέσα στις πονηράδες

και φλέγονται αργά, αργά, βουνά και πεδιάδες 

απΆ τις Ευρώπης δάδες...

     

    * * *

 

Ωχού, μωρέ Ελλάδα μου, με σβάρνισε ο οίστρος   

άλλα ξεκίνησα να πω , κι άλλΆ ανακατώνω. Μύθος

θα πούνε μερικοί, και ίσως το σχολιάσουν. Μπορεί

πικρόχολους να πουν λόγους που να μιλούν για αντί,

γιΆ αντιευρωπαϊστή   

 

να μας δηλητηριάσουν. Μα ας πουν , τους κόβΆ η κούτρα          

Μπορεί να ρίξουν το κεντρί , να δείξουνε και μούτρα 

κεντρί με δηλητήριο , πώς φαρμακώνει η σφήκα,

σφήκα αραχνογέννητη που να σκλαβώνΆ την προίκα

μα Άγω σΆ έχω και σΆ είχα¥

 

Eλλάδα μου, πατρίδα μου, φάρε μου και ζωή μου!  

Πλάταιναν τα προβλήματα, μα το γραικό δε σκιάζουν

των προπαππούδων αρετές είναι οι αμοιβές μας

κι όλα τα δίκια, μάνα μου, κι εμένα πια προστάζουν

και όλες τις γενιές μας

 

πάλι να ξαγρυπνήσουμε για μια ύστερη φορά   

όπου θαρρώ και θλίβομαι που βλέπω καταχνιές,

αυτές αν τις παλέψουμε και μείνουμε αγκαλιά    

δε θα μας λείψουνε ποτέ του ήλιου αναλαμπές

και όλες οι γαλανές,

 

είτΆ είναι αυτές βουνών κορφές, είτε ακρογιαλιές

καθώς ο ήλιος ο χρυσός και κοσμοταξιδιάρης

τα μπάνια τΆ ασπρογάλανα θα κάνει ο χαδιάρης

Κι όταν κοντά στα απόβραδα θα γέρνει στις κορφές

μύριες μελωδικές φωνές

 

των κορασίδων άσματα θα τον αποκοιμίζουν   

και των βοσκών φλογέρες, γλυκά θα νανουρίζουν .

Και η σελήνη ξέγνοιαστη θα σκάζει γαλατένια 

να παίζει με τα χρώματα, πράσινα, κρυσταλλένια

κι ο άνεμος τραγουδιστά

 

να σέρνει τα μελτέμια, να κρύβεται στη φυλλωσιά 

μες στις πευκοβελόνες, και να φουσκώνει των κοριτσιών

τΆ αγένωτά τους στήθια και να μεστώνει των δεντριών

ρίζες, κορμιά, κλωνάρια, για να μπορούν με τα πουλιά

ποιον άλλο από σένα,

 

Ελλάδα, να υμνούν! Να ακούς τΆ αλυχτήματα ένα¥

 

     *  *  *

 

Κοντά φτάνουν κι οι Μοίρες σου κι είναι συλλογισμένες

κόρες της νύχτας, του Διός, δείχνουν απορημένες .   

Πρώτη η Κλωθώ ακούστηκε κρατώντας μία ρόκα

το νήμα μένει ατέλειωτο κι όπως παλιά και τώρα,

πριχού να Άρθει η ώρα

 

σου και τα παιδιά σου φέρεις, εκείνη τα Άχε γνέσει  

με νήμα ανεξίτηλο στο χρόνο να αντέχει

νΆ αντέχουν το ψαλίδισμα, να σπάζουν τη λεπίδα

να μένουνε στον τόπο τους κρατώντας την ελπίδα

και η Κλωθώ, την είδα,

 

άφησε ένα χαμόγελο και χάθηκε στα βάθη   

κι έφτασε η Λάχεση κρατώντας το αδράχτι

σε κοίταξε και γέλασε, το τάμα που σου έδωσε 

πίσω δε θα το πάρει, την είδα, πόσο ένιωσε 

περφάνια και καμάρι!

 

Κι εκεί που έφευγε αργά κι άνοιξε τα φτερά  

έπεσε η σκιά της η βαριά και πλάκωσε την πλάση

λες και σε προστάτευε απΆ των ονάγρων πάθη,

μέχρι που εχάθη τελικά στον ουρανό βαθιά

στα χρώματά του τα μαβιά.

 

Κοντά ήρθΆ η ¶τροπος με άγρια τη ματιά της  

κάτι, θαρρώ, ψιθύρισε για τα παράπονά σου

κάτι που έμοιαζε ωσάν μια αναφορά σου            

και τα ψαλίδια έβγαλε κάτω από την ποδιά της 

κι άφησε το χέρι της

 

στον ώμο σου με θέρμη και σήκωσε το άλλο της                         

εδώ , προς το βορά, και άστραψαν τα ψαλίδια 

και άνοιξαν πλατιά, τα κούνησε μια δυο φορές

δεικνύοντας τις λαμές τους που κόβουν τα ζιζάνια 

και αφήνουν αρετές¥

 

    *  *  *

 

¶σμα βαθύ γλυκύτατο να γίνει η φωνή σου,   

φωνή και δίπλα η άνοιξη κοιτούσε σαν παιδί σου

κι η χώρα που φιλοξενεί πολλά απΆ τα παιδιά σου

το Άνα της χέρι στην καρδιά το φέρνει και την πιάνει

τΆ άλλο στο στόμα βάνει

 

κι αργοκάθεται απαλά απάνω στο γρασίδι.   

Κι όπως ο ήλιος στάθηκε πα στα ψηλά τα δέντρα

και με το φως του γύρα μας όλους έχει φωτίσει,

μαρμαρωθήκαμε με μιας, γινήκαμε σαν πέτρα

κι ως αραχνοΰφαντη

 

βλέπουμε τη μορφή σου και μείναμε όλοι άλαλοι

πουλιά, νερά, πιτσιλωτές σκιές σταμάτησαν κι αυτές 

καθώς η ανάπνα τΆ αγεριού κόπηκε μονομιάς

κάνοντας του ήλιου αχτίδες ακόμα πιο γλυκές.

Κι αυτή η άνοιξη, μιας

 

άλλης πολιτείας, άστραψε ακόμα πιο πολύ   

καθώς το φως σου, Ελλάδα μου, έλουσε σαν παιδί,

δίπλωσε το μαντίλι της και άνοιξε την ποδιά,

μΆ ένα πλατύ χαμόγελο σου ανοίγει αγκαλιά.

Και η άλλη, καθώς οι

 

χτύποι της καρδιάς σταμάτησαν και βρήκαν τους ρυθμούς

εκεί, όπως βρισκότανε απάνω στο γρασίδι,    

απότομα σηκώθηκε να σε καλωσορίσει

διώχνοντας απΆ το πρόσωπο κούραση και καημούς

κι ένα χαμογελάκι 

 

ντυμένο με στολίδια άφησε κι άπλωσε για σε   

τα χέρια της τρεμάμενα ελαφρά, ίσως από συγκίνηση,

ίσως από μεράκι, ίσως από καημό, σΆ αγκάλιασε ,

σε φίλησε, σου είπεκαλώς ήρθες, ίση προς ίση

φεύγοντας ένα δάκρυ

 

και ζήτησε να μείνει μήπως βρεθεί μια άκρη :  

-Τρανή εγώ, μικρή εσύ, λέει κι αργά κυλάει 

κι ακόμα ένα κι άλλο ένα, πιο καυτερό το δάκρυ... 

-Δεν είμαστε τάχα και οι δυο ωσάν μία σταγόνα,

που τη ζωή ποτίζει,

 

αέναη κι ασίγαστη το πότισμά της κάνει    

και στα βουνά και στις πλαγιές, χώρες και καμποχώρια

και στους ανθρώπους μας δροσιά, που διώχνει στεναχώρια

πλούτο την κάνουμε και απλόχερα δωρίζουμε,

μα να πια, δεν ορίζουμε

 

πλούτο, αδάμαντες κι εμείς σαν αδαμαντοδέτες

δύσκολο, ακατόρθωτο να βρούμε αποδέκτες.

Να μη θαρρείς πως δε γρικώ, τΆ ακούω και τα βλέπω

τούτα τΆ ανθρωποκύματα με κάνανε να έρπω

κι όλα να τα προβλέπω.

 

Και να φωνάζω, να πονώ και άλλοτε να κλαίω   

δώστε στους συνανθρώπους μας, ψωμί, δουλειά, να λέω,

διώξτε τα πάθια, τα υλικά που φέρνουν φαγωμάρα

εμείς αυτά τα ζήσαμε, σπείραμε την κατάρα 

μας έφαγε η αντάρα. 

 

Μα¥

μαντήλι απΆ τα στήθια της βγάζει κι είναι βρεγμένο

δάκρυα κρυφά τις χύνονται απάνω στην ποδιά της

κι ένΆ ακρόδακρο ύστερο, της πέφτει φλογισμένο.

Κοιτάζει γύρα της και

 

εσέ, κοιτά την άνοιξη που τώρα κλαίει κι αυτή.   

-Εμείς δεν ήμασταν ποτέ, αντίπαλοι και εχθροί

τώρα απομακρυνόμαστε και σε ρωτώ, γιατί;

Μύριοι στο χώμα μου αντίλαλοι ηχούν, τον κόσμο

μας πια και αδίστακτα

 

χαλούν. Κανείς πια δε νοιάζεται τώρα για πατρίδες  

κι η πολιτεία φόρεσε τους έγχρωμους μανδύες

οι νέοι μας πια γίνανε αδιάφοροι και πότες

και παίρνουνε τις ατραπούς της αδιαλλαξίας

και γίναν ταραξίες.

 

  * * *

Κι άκουσα ω, άκουσα

 

από έναν μασκοφόρο, μαύρος σαν τη στολή του,   

έτσι καθώς το απόβραδο με πρόλαβε στη στράτα,

σα χάρο τον εθάρρεψα με τΆ ασημί σπαθί του

να το γυρνά συνέχεια πάνω απΆ την κεφαλή μου

να χάνω την ψυχή μου.

     

-Ε, εσύ εκεί, για πού τραβάς, ποιον πας να συναντήσεις             

αυτούς τους τόπους που πατάς ανήκουνε σε μένα

Μη λάθεψες τη στράτα σου μες στις περιπλανήσεις,

Φύγε από δω και μη κοιτάς τριγύρω τα καμένα,

φύγε σου λέω και μη

 

ζητάς καβγά, το σόι σου από σε να πληροφορηθεί 

ότι τα χρόνια άλλαξαν, άλλαξαν και οι καιροί

κι ότι ετούτη εδώ η γη ανήκει πια σε μένα.

¶ιντε, άιντε μη μΆ αγριεύεις πιότερο πάρε το δρομολόι  

μην οργιστώ με σένα. 

 

Κάτι επήγα να ειπώ, έβγαινε σαν κραυγή, βόλι   

ο λόγος του, έκαιγε, μου τρύπησε κορμί , ψυχή,

μα πιότερο μου λάβωσε βαθιά τη λογική 

και το στοιχειό από μέσα μου πλάνταξε στη στιγμή

έξω να βγει κι ως θεριό

 

πάνω του να ριχτεί, στους άγνωστους αυτούς εδώ  

να δείξει τη φυγή . Κι όπως αγώνα έκανα να

ελευθερωθώ και τα δεσμά απΆ τα χέρια μου να

σπάσω, να λυθώ, κι άλλα δεσμά μου βάλανε στα πόδια

και στη μέση, τα δόντια

 

σφίγγω και βογκώ και τρίζουν από πόνο κι εκεί ,   

καθώς ο αγώνας γίνονταν μάταια, ω συφορά ,

μΆ ένα μαντήλι δυο θεριά μου κλείνουν τη φωνή  

κι άλλοι δυο σαν αστραπή μου βάζουν μια θηλιά

και με κρεμούν οι άθλιοι

 

κάτω από μια σκαμνιά. Τα μάτια μείναν ανοιχτά  

να βλέπω τα σκοτάδια, κι όλες της νύχτας τις σκιές     

και τις απανταχού φωτιές, πλατιές αναλαμπές

που έσπειραν και χαίρονται και πιλαλούν οι δήμιοι

με τα σπαθιά στα χέρια.

 

Να τους θωρώ τριγύρα μου, να σκούζουν σα δαιμόνοι

και να γελούν και να πηδούν γύρω απΆ την αγχόνη,

ανήμπορος να βρίσκομαι στου χάρου το σκαμνί

και η θηλιά ασφυκτικά να σφίγγει πιο πολύ.

Τηρώ ψηλά τΆ αστέρια,

 

    * * *

 

-Μ

η χάνετε το θάρρος σας και είναι μακριά,  

εκείνος ο χειμώνας που φαίνεται ψηλά.

Μόνο να φυλαχτείτε!

Βάλτε βαθιά τις ρίζες σας μαζί αγκαλιαστείτε,

αγέρας είναι δυνατός , να μη τον φοβηθείτε!

 

Μη σκιάζεστε στα όνειρα όσο άγρια κι αν δείχνουν,

η αγριότης γέννημα φόβων τους και δειλίας

κι η βαρβαρότητα η ωμή μορφή της ανανδρίας  

μόνος εχθρός, παντοτινός, η άρθρωση του λόγου

που αφήνει πάντα να χυθεί το πνεύμα κι η σοφία!

 

Ήταν αυτή, είνΆ αυτή, είσαι εσύ, μουρμούρισα,  

έκατσα καταγής με ταραχή και με περίσσια

προσοχή σε κοίταζα. Στέγνωσε ο ίδρωτάς μου ,  

στέριωσε μέσα μου η ψυχή και της καρδιάς μου

οι χτύποι ηρέμησαν.

 

Με κοίταξες για μια στιγμή κι ένιωσΆ ανατριχίλα  

και η ταραχή ξανάρχισε, μα γίνεται γλυκιά

άλλος ιδρώτας μΆ έλουσε στο πρόσωπο θερμά   

και της καρδιάς μου ένιωσα το αίμα και τα φύλλα

να ζουν αρμονικά !

 

Ω τέκνο μου, με κάλεσες κι ήρθα στο άγγελμά σου 

ήρθα νΆ ακούσω να μου πεις, πίκρες και βάσανά σου,

εδώ που βρίσκεται κι αυτή που σΆ έχει αγκαλιάσει

και κάμποσα παιδάκια μου μΆ έχουνε πια ξεχάσει¥

Μα άκου λοιπόν και μην

ξεχνάς αυτά που θα σου πω   

 

¶κου κι εσύ, ω αδερφή κι εσύ ω εποχή ,

ακούσετε κι εσείς πουλιά, δέντρα, νερά και κάμποι

κι εσείς σκούρα βουνά, δάση, ποτάμια, λίμνες,

άκου κι εσύ , ω ήλιε μου, κομμάτι της ψυχής μου,             

που διώχνεις ασταμάτητα τη σκόνη και το θειάφι.

Σελήνη μου αργυρόστολη, βασίλισσα της νύχτας,

που κάνεις στάλα κι ηρεμούν του κόσμου τα θηρία

¶κου κι εσύ αγέρα μου, κομμάτι της πνοής μου

ακούτε ω εσείς, άνθρωποι, ετούτου του Βορρά,  

κι εσείς απΆ την αντίπερα ωκεανών μεριά 

 

Ακούτε όλοι εσείς, μαύροι, λευκοί και κίτρινοι,

άθεοι και πιστοί κι εσείς προσωπολάτρες

κι εσείς οι επιστήμονες που φτιάχνετε το θειάφι,

εσείς οι διανοούμενοι που σκιάζεστε αβάκιο και μελάνι   

και όλοι οι πολιτικοί στεμμένοι από δάφνες

δάφνες πικρές κι αμαρτωλές απΆ των λαών τις μαύρες ,

μαύρες στιγμές ζωής και γίνατε, ω άθλιοι,

του κόσμου νεκροθάφτες     

 

Κι εσείς οι άλλοι, ευσεβείς, σεβάσμιοι γερόντοι            

πάνω στα στήθια ο σταυρός¥, ω άμοιροι,         

ότι σας θανατώνει;

Δεν αφουγκράζεστε σταλιά τους πόνους του σταυρού

που απόχτησε απΆ τα βάσανα του κόσμου που βογκά;

 

Κι εσείς απλοί Πολίτες,

Μάθετε πια , δεν είστΆ απλοί, σεις είστε οι αρχόντοι

Μόνο που σας εμάθανε να λέτε, ε τι να κάνουμε,

και καθοδόν πορεύεστε μπροστά¥;

     

Το δικό σου μυαλό, Πολίτη του κόσμου,

μήπως έχει πιάσει κι αυτό μια σκουριά

Τόσα πράγματα σας έδωσα. Τι τα κάνατε;

Το οικουμενικό μου σκήπτρο κι αυτό σας το χάρισα

 

Η ταχύτητα σβήνει, κουφαίνει, η ταχύτητα τυφλώνει, τρελαίνει

ΣΆ ένα νέο κοντάρι ψηλά, κρατούν ένα νέο σημάδι ,

ένα ωχρό και ψυχρό σύμβολο και μΆ αυτό

σας οδηγούν στο δικό τους Θεό

Θεό που γιΆ αυτούς δίνει δόξα και δύναμη, χαρά και πλούτη

Και για σας, ω απλοί και καημένοι¥

 

Αν δεν αλλάξετε τον ρου της ζωής

Αν δε διώξετε τους κακούς και σκληρούς

Αν δεν κρώξετε δυνατά και πλατιά

Αν δε δείξετε με έργα πως είστε της Σοφίας πιστοί και δραγάτες 

Αν δεν πάψετε να είστε κήρυκες των φυλών σας αξιών 

Αν δεν πάψετε ¥- να σκορπάτε ψευτιές 

Αν δε βάλετε ¥

 

Τότε θα είστε άξιοι της μοίρας σας, μιας πικρής και θολής¥

 

Μα εσείς το οφείλετε , εσείς το χρωστάτε να γκρεμίσετε είδωλα

που αφαιρούν αρετές¥

     

    * * *

Να ξεχάστηκες άραγε στΆ αλήθεια;

Κι άφησες τις μάστιγες να χτυπούν;

Ανυποχώρητα και θριαμβευτικά, αταίριαστα για την εποχή μας

να μας τρυγούν οι αρρώστιες του αιώνα,  

ο καρκίνος, η καρδιά και το AIDS

Να μας αφανίζουν οι πόλεμοι, τα πάθια και το μίσος

Και το Φυσικό μας Μεγαλείο να στενάζει , να βράζει

ΑπΆ το δικό σου χέρι, άνθρωπε, αργά να πεθαίνει

Και από τη δική σου σιωπή, Πολίτη του κόσμου , που είναι ενοχή

 

Πολίτες του κόσμου, ακούτε τα λόγια μου και κάντε τα τραγούδι

Κι εσείς του κόσμου Έλληνες κι εσείς οι γηγενείς 

ακρίτες, στεριανοί, αγράμματοι και φωτισμένοι 

όλης της οικουμένης, έχω να σας πω και τούτα:

 

Εγώ μικρή και αν γεννώ πάντα μένω μεγάλη 

Πάλι σε κάμποσο καιρό μάνα μεγάλη θα Άμαι  

Τούτα τα παιδιά που έφτιαξα τα έφτιαξα για πάλη,

τους έφτιαξα ήλιο κι ουρανό, θάλασσες και πελάγη

 

Κι ακόμα τα Άφτιαξα και ίδια με τα σκοτάδια,

για να μπορούν, όταν έρχεται να βλέπουν το σκοτάδι

και σαν τους ήλιους τΆ ουρανού, ως θάλασσες, πελάγη 

απάνω τους να πέφτουνε να λιώνουν και να πνίγουν

και ως εγκέλαδος ο λαός να τρίζει, να γκρεμίζει

των ποικιλιών τα σκότη στα τάρταρα του ¶δη¥

 

 

Φτάνουν αυτά που έχουμε, χωράφια και βουνά.

Φτάνουν οι θάλασσές μας, πεδιάδες και χωριά. 

Φτάνουν οι άνθρωποί μας που είναι απανταχού  

κι αποτελούν το φως μας , του γραίκου μας λαού 

Εμείς γιΆ άλλα ταχτήκαμε, το Πνεύμα μας μεγάλο  

κι αυτό μας πολεμήσανε κι αυτό μας πολεμούν

 

Μα θα κρατήσουμε ως ήλιος τη ζωή

Όπως κρατήσαμε ως τώρα τη φυλή      

Καθείς πρώτα τον τόπο του χρωστά να ετοιμάσει

Κοντά νΆ ανοίξει αγκαλιά τον κόσμο νΆ αγκαλιάσει

Κι εμείς, πες τους, αυτό πάντα το κάναμε κι ήταν αυτοσκοπός

Κι αν στάλα το επιτύχαμε το οφείλουμε στο φως¥

 

    * * *

     

Σηκώθηκα ορθός, κάνω να πλησιάσω ρίχνεις τα μάτια απάνω μου κι αμέσως με ρωτάς αργά και αυστηρά:

-Λοιπόν, γιε μου, για πες μου.

                                     - Ναι, μάνα μου, τι θέλεις να σΆ αποκριθώ.

-Τι κάνει ο Θανάσης, ο Λευτέρης, ο Ανέστης; 

                                  -Καλά, καλά είναι όλοι τους.

-Τι κάνει η Πελαγία και η Αναστασία;

                                                                    - Καλά, καλά κι αυτές. 

-Ο Θοδωρής, του Άμεινε στάλα νους , θυμάται τον παππού του; 

               -Ω ναι, πάντα γιΆ αυτόν μιλά.

-Και τι σας λέει, γιε μου

μου λέει και σταύρωσε τα χέρια της και με κοιτά λοξά.  

-Ωιμέ! Ένα κρατάω μόνο:

«Έλληνες ενωθείτε εναντίον του κοινού εχθρού,

εναντίον του μίσους, της διχόνοιας και της διαίρεσης,

που είναι ο ίδιος μας ο εαυτός»

 

- Για πες μου σε παρακαλώ, ο Όμηρος, ο Σωκράτης,

ο Μένανδρος, ο Ευριπίδης, ο Αριστοτέλης και άλλοι,

όπως και οι σημερινοί δάσκαλοι στα σχολειά, τι σας λένε;

 

-Ωχού, πολλά μου έβαλες , πού όλα να τα θυμάμαι.   

 

-Και πες μου ακόμα δυο λέξεις για το Ρήγα. Θυμάστε τίποτα;  

-Όχου!

Ο Ρήγας ζει στις μέρες μας, κρίμα ποιος δεν τον βλέπει 

κρίμα σΆ αυτόν τον Έλληνα που δεν τον αφουγκριέται.

 

-Λοιπόν, για λέγε¥

 

    * * *

 

Φάνηκε πως τελείωσε τα ερωτήματά της κι άκουσα να μου λέεισυνέχισε εσύ, κι εγώ τόσο περήφανος δεν ένιωσα ποτέ

αν και μακριά δεν μου Άλειψες, πατρίδα μου, εσύ

μακριά σου διαπίστωσα τι πα να πει αγάπη,

τι πάει να πει φυλή, τι πάει να πει να έχεις ρωμιού καταγωγή.

 

Θαρρώ, πως ερωτήματα και τούτη θα μου βάλει,          

μα ας ακούσει κάμποσα και από το παρελθόν

πού ξέρεις, μπορεί να θέλει στις σκέψεις μου να μπει

κοντά ας με ρωτήσει ό,τι έχει να μου πει

μαζί της θε να είμαι πιστός και ειλικρινής

 

Γυρίζω στα παλιά, κει που συναντηθήκαμε για πρώτη μας φορά    

Νιος ήμουν κι έσταζα ζωή. Τώρα ένας μεσήλικας ,

με μπερδεμένα ονείρατα με αχ και βαχ και λίγη απαντοχή

μα θα τα βγάλω πέρα. Όχι για μένα, μάνα μου , αλίμονο,

ο ατομισμός θα έθαφτε στα τάρταρα και σένα¥

 

    * * *

 

Λοιπόν, ακούστε την ιστορία μου που είναι και δική σας

εσύ από δω την ανέχτηκες κι εσύ πια δεν μπορούσες

απΆ τους πολλούς δεσμώτες σου, γραικούς και ξενικούς 

που σΆ ατραπούς σε οδήγησαν πικρούς και οδυνηρούς.

 

Τα θέατρα που παίζονται σήμερα στον καιρό μας,

ντόπια, μητέρα, αν ήθελες, θα σήκωνες παντιέρα

Μέτρα, φραγμούς θα έβαζες και θα το απαιτούσες

στις κοινωνίες γύρω σου, σΆ ανθρώπινες θα ζούσες.

 

Όλοι οι λαοί του κόσμου μας, ζήσανε συφορές. 

Ποτέ όμως δεν έφταιξε, μονάχα ένας λαός

¶λλως λιγότερο και άλλος περισσότερο.

Έχει δικαίωμα να λέει πως είναι: «Αυτός».

 

Το μόνο του αμάρτημα που γίνεται αθώος 

για να τον έχουν συνεργό στο φονικό τους έργο

Κι αυτό φαίνεται σήμερα σε όλες τις γωνιές

κι οι προπαγάνδες βρώμικες μέχρι αμαρτωλές. 

 

Και πέρα στην πατρίδα μου δεν γίνεται αλλιώς          

Όποιος μιλάει για φυλή, για έθνος, για πατρίδα

Μια ρετσινιά του ρίχνουνε τον κάνουνε φασίστα

και μια «παγκόσμια» χτίζουνε, άφαντη πολιτεία.

 

Αυτά ζω δω στον τόπο σου και ακμάζει η προπαγάνδα 

Την Παγκοσμιοποίηση κάνανε παρτίδα τους και μάνα

Κι εγώ το λέω ανοιχτά, τρελάθηκε ο κόσμος

Και αντί να διώξει το κακό, θρέφει το βάσανό του.

 

Λοιπόν, όλα αυτά ακούγονται όμορφα παραμύθια  

σε θύμα μεταβάλλουμε γοργά την κοινωνία

Βαρύγδουποι οι λόγοι τους, δεν έχουν το Θεό τους

μα πλέκουνε οι άμοιροι, κι αυτοί το σάβανό τους.

 

Εκρήξεις γίνονται παντού, που οι τάξεις των πραγμάτων

τροφοδοτούν χιλιότροπα τα αναμοχλεύματά τους

και θέτουνε μεθοδικά το Δήμο στη γωνία

και τραυματίζουμε βαριά, θεσμούς, Δημοκρατία.

 

Όπου  βγαίνει καπνός υπάρχει και φωτιά  

και όπου υπάρχει δύναμη φέρνει τη συφορά

όταν κανείς στον τόπο του αφήνει τα αγκάθια

αγκάθια θα φυτρώσουνε στα διπλανά λιβάδια.

 

Σε δράκων νύχια πιάστηκες, είσαι παγιδευμένη                       

Όχι πως είσαι άδικη, σκληρή, κακιά, μα είσαι προδομένη

αναξιοποίητη άφησες την πείρα σου να σβήσει

μΆ αγρίους συνθηκολόγησες, με πόλεμο, με μίση.

 

Ουμανισμό διδάχτηκες, το φως σου δε στερείσαι 

θεσμούς του Δήμου δέχτηκες, μα όμως δεν καρπίζεις

όσο κι αν θέλεις να φανείς πως δημοδιοικείσαι,

μαζί και άλλες σου αδερφές, δεν αυτοδιοικείστε

 

Συνεννοείσαι μοναχά με δύο τρεις δυνάμεις,  

δυνάμεις που αποδείχτηκαν πως βάζουν συμπληγάδες

σΆ αδύνατους μικρούς λαούς τους στήνουνε πλεκτάνες

κι επιδιώκουν να τους δουν, άμοιρους , φουκαράδες.

 

Ακόμα δεν κατάλαβα πώς νιώθουν την αγάπη,  

πώς νιώθουνε το σεβασμό εδώ οι συμπολίτες,

είτε απλοί είναι αυτοί, είτε μεγάλοι άνδρες,

έναντι στο συνάνθρωπο, πατρίδα και φυλή τους.

 

Ο ρατσισμός αναδύεται σΆ άρρωστες κοινωνίες 

και ο¥

την παρακμή σφραγίζουνε της κεφαλαιοκρατίας

και τα άσυλα γεμίζουνε με όντα δυστυχίας.

 

Λοιπόν ακολουθείστε με, πάμε ένα ταξιδάκι

κοντά κάνε τις κρίσεις σου κι αν θες τις απορρίπτεις,

μα ένα μονάχα θε να πω για κάθε μια πατρίδα

πως η ζωή τους κρέμεται στων Πολιτών αγάπη και σοφία¥

Weiter - Παρακάτω