|
Μεγάλη, λοιπόν, η τιμή για εκείνους που αναφέρονται στην Εθνική Αντίσταση, που μεγαλούργησε στο τέλος του πρώτου μισού του περασμένου αιώνα, που σήκωσε το ανάστημα της Ελλάδας και στο χώρο της και
στο διεθνές αντιφασιστικό στερέωμα και ακόμα πιο μεγάλη για εκείνους που δεν τη βίωσαν, αλλά που την έχουν μόνο ακουστά, μέσα από μαρτυρίες συγγενών και άλλων «αθέατων» ηρώων, που έχουν το θάρρος
και την τόλμη να καταθέσουν έναν γνήσιο λόγο. Γεννημένος μέσα στην τότε κοινωνία των παθών, του μίσους και του απέραντου μαύρου και ο υπογράφων το παρόν κείμενο, με πίκρα και οδύνη
έχει καταθέσει τις απόψεις του για τις πολύμορφες καταστροφές όπως τα οικογενειακά ξεκληρίσματα, τους διωγμούς και τις κρεμάλες, τους εκτοπισμούς, τις φυλακίσεις και τις δολοφονίες, τις ίντριγκες, ρουφιανιές και προ
βοκάτσιες, που αποτέλεσαν το πάνελ της τότε εποχής, αλλά και με την ελπίδα να μην ξαναμαρτυρήσει ποτέ ο τόπος μας και ο λαός μας, να μην ξαναπροδοθεί οικτρά και παν απΆ όλα, να μην έρθει ποτέ σε σύγκρουση
αδελφός με αδελφό, όπως έγινε στην αιματηρή περίοδο της τετάρτης δεκαετίας του 20ου αιώνα.
«Θρυλικός ο Αρης Βελουχιώτης. Ο πρώτος που άρχισε την Αντίσταση του λαού στα βουνά κι ο τελευταίος που την έκλεισε με τον τραγικό
του θάνατο. Η πρώτη ψυχή του αγώνα κι η τελευταία πνοή. Λίγοι το καταλάβανε, όπως ο Αρης, πως οι εχθροί της Ελλάδας (ξένοι και ντόπιοι) θα μετατρέπανε τη νίκη του έθνους σε νίκη των εχθρών του. Τιμή και δόξα
στο ασύγκριτο παλικάρι. Τιμή και δόξα και στο λαό, που τόνε γέννησε».
Κ. Βάρναλης |
Τα αίτια εκείνης της απάνθρωπης κατάστασης έχουν καταγραφεί με ποικίλους τρόπους, άλλοτε προβοκατόρικα, άλλοτε εσκεμμένα, προκει
μένου πολλά πράγματα να περάσουν στη λήθη, πότε με αφορισμούς και εξορκισμούς, άλλοτε με πολιτικούς - κομματικούς εξοστρακισμούς. Κι αυτά αποτελούν το ένα μέρος του νομίσματος· της Αριστεράς. Μόνο που ο αφέντης χρόνος δεν κλείνει τα μάτια και τΆ αφτιά του. Ακόμα
κι αν καθυστέρησε, βρήκε ένα ανοιχτό παραθυράκι και σαν αμείλικτος κατήγορος όπλισε το χέρι της Αικατερίνης Μακρυγιάννη με το δικό του «τσαπί», για να σκαλίσει τη σαπίλα, αφήνοντας τη μπόχα να ελευθερωθεί και να χαθεί.
Κατά τη διάρκεια του αντιφασιστικού αγώνα στην Ελλάδα ενάντια στους ξένους κατακτητές, οι Έλληνες δεν
είχαν να κάνουν μόνο με έναν εχθρό, αλλά με πολλούς, ντόπιους και ξένους, ορατούς και αόρατους. Ένας απΆ αυτούς ήταν και ο κομματικός εθισμός, που υπέστη μερίδα... (μεγάλη ή μικρή, ποιος να ξέρει; Όμως αν
κοιτάξει κανείς σήμερα τη δύναμη των κούκων ή των κουκιών της Αριστεράς στην Ελλάδα, εύκολα μπορεί να προσδιορίσει και το μέγεθος!) ¥κόμμα, η παράβλεψη λαθών ή επιλογών που έκανε το τότε ΚΚΕ κλπ. «Αχ! ανεψιέ
»...μου έλεγε ένας παλιός αντάρτης όταν τον ρωτούσα να μου πει για τους αντάρτες και το ΚΚΕ ... «τι τα ψάχνεις. ¶μα λέει το κόμμα έτσι, τι θα κάνεις;
». Παλιός αγωνιστής, με κάποια χρόνια στην πλάτη του στη Γυάρο και με έκδηλη την πίκρα για τον χαμένο αγώνα και τα βάσανα που υπέστη όλη η οικογένειά μου.
Λίγοι οι Έλληνες αριστεροί που αντιστέκονταν ή αντιδρούσαν στην «αλάνθαστη» ηγεσία του τότε ΚΚΕ, που όμως, με διάφορους τρόπους τούς «ησύχαζαν». Ένας απΆ αυτούς ήταν και ο πρωτοκαπετάνιος του ΕΛΛΑΣ, ο
¶ρης Βελουχιώτης! Η ιστορία και οι μαρτυρίες που διαβάζει κανείς στο βιβλίο «Η ΚΟΡΗ ΤΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ», περιγράφονται μέσα από αυθεντικές καταθέσεις απλών ανθρώπων της τότε εποχής και αποτελεί και μια
προσωπική-οικογενειακή τραγωδία (δυστυχώς όχι τη μοναδική), που δεν παύει να έχει και ιστορική διάσταση, τουλάχιστον για τον τότε κόσμο της Αντίστασης και τον σημερινό, διασκορπισμένο-διαμελισμένο και προδο
μένο αριστερό Πολίτη. 
Αναμφισβήτητα όλη εκείνη η περίοδος, για πολλούς δεν έπαψε να διατηρείται σαν ένα ξεχασμένο ηφαίστειο, που αφουγκράζεται μόνο τους ασθενείς απόηχους της εποχής που ήταν εν ενεργεία, αναμένοντας την
μεγάλη έκρηξη. Πάντως σίγουρο είναι πως η συγγραφέας του βιβλίου προσπαθεί να το ενεργοποιήσει. Ένας απόηχος είναι κι αυτός της χειροβομβίδας που χάλασε τον ¶ρη,
απόηχος που από παιδί ακόμα δεν μπορούσα να κατανοήσω και με ακολουθεί μέχρι σήμερα. Αυτοκτονία, δολοφονία τι να Άταν άραγε αλήθεια; «Ποιος πέταξε την χειροβομβίδα και ποιος του έκοψε το κεφάλι; Αν ήθελε να
αυτοκτονήσει πάντα έλεγε στους συντρόφους του να κρατούν την τελευταία σφαίρα για τον εαυτό τους. ΜΆ αυτόν τον τρόπο θα πέθαινε και δε θα ήταν ένας θάνατος μυστήριο...» διαβάζουμε στη σελίδα 146 και συνεχίζει,
απευθυνόμενος προς τη συγγραφέα: «Να είσαι περήφανη και να μη φοβάσαι. Ας τους να γαβγίζουν. Είτε το θέλουν είτε όχι εκείνος θα μείνει θρύλος...»
Γεννημένος στη Λαμία τον Αύγουστο του 1905, ο Θανάσης Κλάρας θα πάρει μέρος στις μεγάλες απεργιακές κινητοποιήσεις του 1923 - 1924,
θα στρατευθεί στις γραμμές του ΚΚΕ το 1925 και θα υποβληθεί σε φοβερά βασανιστήρια στον πειθαρχικό ουλαμό, στο Καλπάκι. Ο πόλεμος του '40 τον βρίσκει σε μονάδα του Πυροβολικού έξω από τη Θεσσαλονίκη και
με την κατάρρευση του μετώπου κατεβαίνει παράνομα στην Αθήνα. «Εδώ ακριβώς», σημειώνει ο καπετάν - Θωμάς, «ξεπετάγεται ο νέος Θανάσης Κλάρας, ο ¶ρης Βελουχιώτης, όπως θα μείνει στην ιστορία». Στις
σύντομες, αλλά τόσο σημαντικές αναμνήσεις του, ο Λευτέρης Αποστόλου, παρακολουθεί τον «φλογερό νέο της Λαμίας» που εγκαταλείπει την εύπορη οικογένειά του για να μοιραστεί τα βάσανα και τις προσδοκίες του
λαού και να βρεί, τελικά, τραγικό τέλος στο φαράγγι της Μεσούντας, τον Ιούνιο του 1945. Αυτός είναι ο ¶ρης, «ο βουρκωμένος Ιησούς», όπως θα τον περιγράψει σ' ένα παρακτικό της ποίημα η Ρίτα Μπούμη - Παπά
. |
Με όσα συνέβηκαν τότε και με τις μαρτυρίες όχι μόνο αυτών που γράφονται στο εν λόγω βιβλίο, αλλά και άλλων τρομοκρατημένων ανταρτών που δεν μπορούσαν να χωνέψουν την «αυτοκτονία» του, η οποία
συνοδευόταν και από αρνητικά σε βάρος του. «Προδότη» τον ανέβαζαν «προδότη» τον κατέβαζαν... έτσι που η «αυτοκτονία» του να αποτελεί και ένα άλλοθι για τους ιθύνοντες της τότε αυταρχικής ηγεσίας. Οι προδότες,
συνήθως, δεν είναι παλικάρια και ούτε αγωνίζονται για την πατρίδα και τα ιδανικά της. Αυτοί μπορεί να επιλέξουν τη λύση της αυτοκτονίας. Έτσι, εκ των πραγμάτων, αυτή η λάσπη σε βάρος του ¶ρη Βελουχιώτη, ξεραμένη
πλέον, αντιστρέφεται και εκσφενδονίζεται στα πρόσωπα των πραγματικών προδοτών, που είτε με «αυτοκτονία», είτε με δολοφονία, τον οδήγησαν στο θάνατο, προκειμένου να απαλλαχτούν
Στις μαρτυρίες και τις καταθέσεις παλιών αγωνιστών της Αντίστασης υπάρχει διάχυτη η πικρία και η απογοήτευση και εντύπωση προκαλεί το
γεγονός όταν πολλοί λένε, θέλουνε δε θέλουνε θα βγει η αλήθεια και θα φεγγρίσει την πολυκέφαλη και πολύχρωμη λάμια, που αιματοκύλησε την Ελλάδα.
Εν κατακλείδι, δεν είχα την τύχη να γνωρίσω τον πρωτοκαπετάνιο του ΕΛΛΑΣ. Γεννήθηκα κι εγώ στη μαύρη καταχνιά του 1947. Οι τότε «ομάδες» (η άλλη όψη του νομίσματος)
έγιναν αιτία να πεθάνει η μητέρα μου στα είκοσι τρία χρόνια της, ενώ στην περίοδο της Εθνικής Αντίστασης «χάθηκε» ένας μπάρμπας μου ¥
μανοί και ντόπια «παλικάρια» κρέμασαν πέντε ΕΠΟΝίτες, μεταξύ αυτών και τον πρώτο μου αδελφό, στη συνέχεια κάψανε το πατρικό μας σπίτι ολοσχερώς γιατί μπαινόβγαινε κι ο ¶ρης. Μετά από σαράντα μέρες «
μετανάστευσα» στα Τρίκαλα, όπου και υιοθετήθηκα από ένα έξοχο ζευγάρι. Χρειάστηκαν δεκαοχτώ ολόκληρα χρόνια για να μάθω την ταυτότητά μου και χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες, να γνωρίσω όλο το οικογενειακό μου δέντρο
· της μητέρας μου που καταγόταν από το Τριζόλ Αργιθέας στην Καρδίτσα και το Γοργογύρι Τρικάλων,
που καταγόταν ο πατέρας μου. Από αυτόν τον κόσμο και από άλλους πολλούς κληρονόμησα το δικαίωμα του λόγου, απΆ αυτούς έμαθα για
τον ¶ρη Βελουχιώτη, καθώς και από διάφορα συγγράμματα που κατά καιρούς διάβασα. Δε θα αναφέρω τι διάβασα, αλλά θα πω ότι θα μπορούσαν να γραφούν πολλά περισσότερα γιΆ αυτό το
Στερεοελλαδίτικο-Θεσσαλικό λιοντάρι, που φιμώθηκε και σπιλώθηκε και η ίδια η Ιστορία ζητά τη δικαίωσή του και όχι μόνο Πανελλαδικά, αλλά και Παγκοσμίως.
Οι επίπονες και επίμονες έρευνες της Κατερίνας- Ρηνούλας Μακρυγιάννη, το ασίγαστο και αειθαλές πάθος της δικαίωσης για τον Μεγάλο ¶ντρα ¥
μαρτυρίες που καταγράφονται από ανθρώπους που έζησαν από κοντά τον ¶ρη, πέρα από το γεγονός ότι φωτίζουν το φαύλο κύκλο των πικρών δεκαετιών του 1940-50, φωτίζουν και τους πραγματικούς προδότες,
δολοφόνους, προβοκάτορες και κάθε είδους καμουφλαρισμένα ανδρείκελα της τότε ηγεσίας του ΚΚΕ, που σκοπό τους είχαν την οριστική εξόντωση του ¶ρη Βελουχιώτη, την οποία και πέτυχαν. Αλλά πάνω απΆ όλα
φωτίζει και ολόκληρο τον αγώνα. Αγώνας που χάρη στα στεγνά και απάνθρωπα συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων, τον τεμαχισμό ή χωρισμό χαρτών της Ευρώπης πουλήθηκε. Ο άσπιλος και ιερός αγώνας των
Ελλήνων πατριωτών, διώχτηκε και δικάστηκε κατόπιν επιθυμίας και συμφερόντων και από των τότε σοβιετικών ηγετών..
Απειθής μας βγαίνει ο ¶ρης Βελουχιώτης και καλώς. Όταν στην πλάτη σου περπατούν τσιμπούρια κάτι πρέπει να κάνεις. Αυτό έκανε κι ο ¶ρης, όπως και άλλοι αγωνιστές στη μεταεμφυλιακή συνέχεια, οι οποίοι από
«συντρόφους» χαρακτηρίστηκαν με «καλλιτεχνικά» ονόματα, που δεν τόλμησε να χρησιμοποιήσει ούτε η Δεξιά. Η κομματική αναλγησία και ο «ιδεολογικός» αυταρχισμός είχε ξεπεράσει κάθε προηγούμενο. Αυτό είχε συμβεί και στην εποχή του ¶ρη, γιΆ αυτό και αποκηρύχτηκε σαν
«προδότης» γιΆ αυτό και «αυτοκτόνησε», γιΆ αυτό ακόμα και στις μέρες μας το όνομά του ενοχλεί και γιΆ αυτό πέρασε στο στερέωμα των αθανάτων και των ελεύθερων αγωνιστών και γιΆ αυτούς τους λόγους η συνέχιση της
έρευνας από την Αικατερίνη, Ρηνούλα Μακρυγιάννη επιβάλλεται όσο ποτέ. Η «αυτοκτονία» του ¶ρη (την οποία και ο υπογράφων αμφισβητεί) αναμφισβήτητα προκάλεσε και την αυτοκτονία της Αριστεράς κι όλου του κόσμου
των αγωνιστών της λευτεριάς. ¶ρη Βελουχιώτη, αιωνία η μνήμη σου! Βάιος Φασούλας -Γερμανία, 16.03.2005
Στη μνήμη του ¶ρη Βελουχιώτη
Στων Αγράφων τα βουνά Πα στων Αγράφων τα βουνά στου Κόζιακα κορφάδες
κει που παλιά πολέμησαν οι πιο γενναίοι άνδρες και χάρισαν τη λευτεριά στη σκλαβωμένη γη μας και διώξανε το φασισμό και τον κατακτητή μας, . βρέθηκα ψες στον ύπνο μου αντάμα με τον ¶ρη
τον καπετάνιο του ΕΛΛΑΣ το πρώτο παλικάρι κι ανταρτοπούλες γύρα του κρέμονταν απΆ τα χείλη πριχού ο ήλιος να κρυφτεί κι έρθει γοργά το δείλη . διαταγή περίμεναν να ορμήξουν στα θηρία
γερμανικά και εγχώρια που Άφεραν δυστυχία και σαν χταπόδι άδραξαν την έρμη μας πατρίδα τη λευτεριά νΆ απαρνηθεί να πέσει στην παγίδα . Στο πατρικό μου βρέθηκα κι ήταν όλοι εκεί
η μάνα κι ο πατέρας μου, μπαρμπάδες και αδελφοί κι ο σεβαστός ο παπα-Λιας, ο γέροντας παππούς μου που μίλαγε για το Χριστό σΆ όλους τους χωριανούς μου .
και φτάνανε στην εκκλησιά νΆ ακούσουν τους ψαλμούς του, ψαλμοί γλυκοί κι έβγαιναν μαζί με τους καημούς του και βλόγαγε ο γέροντας της λευτεριάς την ώρα
κι εξόρκιζε την καταχνιά και τη μεγάλη μπόρα .
Εκεί λοιπόν στο πατρικό αντάμα με τον ¶ρη, απαντοχή στο σπίτι μας, χαρά, τιμή μεγάλη κρασί η μάνα έφερνε να πιουν με τον πατέρα
και η τρανή μου αδελφή σχεδίαζε παντιέρα .
Αγένωτη στα δεκαοχτώ κι ήταν δεξί του χέρισαν αετού το πέταγμα έτρεμε και τΆ αγέρι το κρώξιμό της σήκωνε τρίχα κι ανατριχίλα
και τους εχθρούς τούς έπιανε πικρός τρόμος και νίλα . Εκεί ψηλά, στον Κόζιακα, στΆ απόρθητα λημέρια βρέθηκα μες στους ήρωες που άρπαζαν στα χέρια
τη λευτεριά που είχανε οι βάρβαροι δεμένη κι ο καπετάνιος που Άλεγε, για μας είναι δοσμένη . ¶στραφτε η γενειάδα του, φώτιζε η ματιά του
μέσα απΆ το χαμογέλι του έλαμπε η αρχοντιά του και η φωνή του έβγαινε καθάρια, μεστωμένη, ε σεις, συντρόφια, έλεγε, γιΆ αυτή Άμαστε ταγμένοι
. Και μαζευτήκανΆ στην αυλή κοπέλες, παλικάρια
κάμποσοι γέροι και γριές με χέρια στα θηκάρια το λόγο του νΆ ακούσουνε που Άβγαινε φλογισμένος του πρωτοκαπετάνιου τους με πίκρες ποτισμένος . Αδέλφια δεν σκιαζόμαστε του ναζισμού θηρία αυτά ταχιά θα δώσουνε λόγο στην ιστορία θα νικηθούν, θα συντριφτούν κι όλα θα τα πληρώσουν
για τα κακά που κάνανε σκληρά θα μετανιώσουν . Του μέλλοντός μας οι εχθροί είναι ανάμεσά μας,εχθροί για όλον το λαό θαΆ ναι η συφορά μας,
της λευτεριάς το τίμημα έχει μεγάλο κόστος και θα ενώσουν τα πυρά κι ο ξένος και ο ντόπιος . Στη χώρα συνωστίζονται όλοι οι κολασμένοιανάλγητοι για το λαό κι εξανδραποδισμένοι ζιζάνια θα μας βάλουνε, παγίδες θα μας στήσουντης λευτεριάς αγωνιστές θα τους εξαφανίσουν . Μένει μονάχα να Άμαστε με πίστη στα δικά μας
σαν αλυσίδα κι άσπαστοι στΆ αγώνα ιδανικά μας δεμένοι κι απροσκύνητοι σε κάθε καταιγίδες όχι αυτές του ουρανού ·
δε σβήνουν τις ελπίδες
.
αλλά αυτές του τόπου μας που φτιάχνουν οι αδελφοί μας με προδοσίες ,
ίντριγκες, πάνω στην κεφαλή μας. ΓιΆ αυτό κρατάτε, αδελφοί, τα όπλα σας στα χέρια πριχού όλους μας κόψουνε προδοτικά μαχαίρια . ΜάθΆτε να ξεχωρίζετε την ψώρα απΆ το στάρι
την όμορφη πατρίδα μας φυλάξτε με καμάρι, γιατί, θαρρώ, στον τόπο μας τρανή οργή θα πέσει τη λευτεριά, που όλους πονά, θα έχουνε φονεύσει . Κι έλεγε, ο ¶ρης, έλεγε πάνω απΆ το παραθύρι
και τα πουλάκια του βουνού στήσανε πανηγύρι και ο κόσμος κάτω άρχισε να ρίχνει πιστολιές τον ουρανό χαράκωναν μΆ ελπίδων πινελιές .
Και όπως είχαν μαζευτεί νΆ αφουγκραστούν τον ¶ρηκι απόθεσαν στα λόγια του τα άγχη τους, τα βάρη έτσι και χάθηκαν ξανά σα να Άτανε αντάρα
κι εμένα μου απόμεινε του ύπνου μου λαχτάρα . Ο καπετάνιος χάθηκε, η μάνα μου, ο πατέρας ο παπα-Λιας, οι αδελφοί σαν ήχοι μιας φλογέρας αφήνοντας απόηχο που φτάνει ως την καρδιά μου
σφραγίδα ανεξίτηλη βάζει στα σωθικά μου . Της λευτεριάς το τάλαντο πρέπει να το φυλάξω
κι όλους τους νεώτερους κοντά μου να τους κράξω και να τους πω για τα κακά κείνης της εποχής ντόπιοι και ξένοι παίξανε ρόλους της ενοχής . Και φτιάξαν την πατρίδα μας τρανό νεκροταφείο
αριστερών και δεξιών και ορφανοτροφείο παιδιών που Άμειναν ορφανά και ξεπουπουλιασμένα να ψάχνουν για τις μάνες τους μόνα, δυστυχισμένα . Ω τι πικρό της μοίρας σου ποτήρι να σου τύχη
να ξύνει η ορφάνια την ψυχή με το σκληρό της νύχι μάνα αν χάσεις στη ζωή πα στο ξεκίνημά σου
αιώνιο το παράπονο θα Άναι στο βάδισμά σου . Κι αν τύχη χάσεις και τους δυο μπαίνεις στο Γολγοθά σου
μΆ έναν σταυρό ασήκωτο θα κάνεις την τροχιά σου πικρές εικόνες στην καρδιά θα έχεις ματωμένες της μάνας, του πατέρα σου θα σέρνεις ρημαγμένες . Στον καπετάνιο του ΕΛΛΑΣ, η μνήμη αιωνία
και σΆ όλους που εχάθηκαν στη μαύρη θηριωδία μανούλες νιες, νέα παιδιά, αδέλφια και μπαρμπάδες
ανθρώπων που πιστέψανε στης λευτεριάς τις δάδες .
Κι ορφάνεψαν τη χώρα μας, χάθηκαν νιάτα, κάλλη βάρβαροι την κυλήσανε στα μίση και στη ζάλη
χάθηκαν σπίτια «αριστερών» στη φρίκη των σφαγών και άλλων σκορπίσαν «δεξιών» στη δίνη των κραυγών . Για την πατρίδα, λέγανε, πάλευαν και οι δυο
και την πατρίδα σύρανε στο μαύρο χαλασμό οι ξένοι οι τρισκατάρατοι στήσανε κωμωδία και μαυροκόκκινοι αρχηγοί την κάναν τραγωδία
. Τέτοια κατάντια, διχασμό, οι νέοι να μη δούνε
να σφάζει αδέλφι αδελφό, με μίσος να ορμούνε κι όσοι εναπομείναντες να ζούνε πια διωγμένοι άλλοι να τρων πικρό ψωμί, άλλοι κατατρεγμένοι . κι άλλοι να ζουν ανάμεσα, στις σκιές των χαλασμάτων να τρων μαζί με το ψωμί, φωνές αναθημάτων,
να μην τηράνε πίσω τους τι άφησε η μπόρα μαύρο, ορφάνια και κακό σΆ ολόκληρη τη χώρα . Ω τι κακό της κάνανε την έρμη μας πατρίδα χήρεψαν σπίτια, γειτονιές, πέσανε στην παγίδα
κι έχασε η μάνα τα παιδιά, παππούς, γιαγιά εγγόνια σπάραξΆ ο τόπος, σύρθηκε, στο μίσος, στη διχόνοια
. Πόσες μανούλες κλάψανε, Λεύτερε, το χαμό σου και πόσες δεν ανδρώθηκαν από το θάνατό σου
σύμβολο πια σε κάνανε της λευτεριάς εικόνα κι άσβηστος μένεις μέσα μας, ελπίδα για αγώνα . Πα στων Αγράφων τα βουνά στου Κόζιακα κορφάδες έζησα κάμποσες στιγμές κείνες τις αποφράδες,
ημέρες, μήνες και εποχές που δε λαλούσε αηδόνι πόνοι, πικρίες και καημοί κι ο νους μου πια θολώνει... Βάιος Φασούλας -Γερμανία, 16.03.2005(Από τη Β` Ποιητική Συλλογή)
Γερμανία, Μάρτης 2005 |