Home
Vaios
Restaurant Apollon
Fotos
Cadolzburg
Logotexnia
Kultur
Diaspora
Diethni Themata
ELLHNES
3kala.gr
patrides.com
MEGALEXANDROS
Links

Website desinged by

Hristos Fasoulas

e-mail

Stous rythmous tis diasporas 1

ΣΤΟΥΣ ΡΥΘΜΟΥΣ ΤΗΣ ΔΙΑΣΠΟΡΑΣ

(Αφιερώνεται στη Θεσσαλονίκη, στον κόσμο της Μικρασιατικής καταστροφής και στους Έλληνες της Διασποράς)

 

Συναντηθήκανε μετά από δεκάδες χρόνια

Ίσαμε εξήντα, εβδομήντα

¶λλοι με πιο λίγα κι άλλοι με πιο πολλά

Κι έχουν σημαία λάβαρο, την πρώτη τους γενιά

Μαζί είναι η δεύτερη και η τρίτη στη σειρά

Εδώ κοντά στον πύργο το μεγάλο

¶νθρωποι απΆ όλων των Ηπείρων τις μεριές

Και είναι όλοι τους γενιές ετούτου του αιώνα

Να τον αποχαιρετήσουν θένε μέσα από την καρδιά

Να την αποθέσουν στα πόδια του μπροστά

Κι είναι ματωμένη από βάσανα μεγάλα και πικρά

Και να του πουν όλοι μαζί:

 

«Να, κοίτα να δεις, πως μας έχουν κάνει

Μια απΆ τα δεινά των εποχών που ζήσαμε

Και μια που θέλησαν να σβήσεις αστείρευτο καντήλι μας

κι εσύ!»

 

Και να βογκήξει και αυτός πουΆ ναι μαχαιρωμένος

Και τα μεγάλα πάθη του, μΆ  αυτούς τώρα να σβήσει

Κι απΆ όλη τη σοφία του που απόχτησε κατά το πέρασμά του

Γέρος πια κι ανήμπορος, μία ευχή νΆ αφήσει

Και να ευχηθούν όλοι μαζί απΆ το στερνό της ψυχής τους

Στο νέο τον αιώνα που φτάνει ολοταχώς

Να Άναι αιώνας με πρόσωπο ανθρώπινο, θερμός

 

Τρέξανε στο κάλεσμα αυτό μΆ ανείπωτη λατρεία

ΑπΆ όλα τα σημεία του ορίζοντα τΆ αλαργινά

Ως σταυροφόροι να στηρίξουνε, αν πάλι χρειαστεί

Το αριστούργημα που λέγεται Ελλάδα, Φως, Ζωή

Κι ακόμα νΆ αλλάξουν λόγια και να γευτούν ανάσα

Μια και θα βρεθούν στον τόπο τους ξανά

ΤΆ αδέρφια της πατρίδας τους, στιγμές να συναντήσουν

Για νΆ αναζωογονήσουν την κλεισμένη τους καρδιά

 

Κι αναφορά να κάνουν πίσω στα χαμένα

Αναφορά να κάνουν στο μέλλον που βογκά

Και μια προσταγή της Μητέρας που όλο φωνάζει

Να της ολοκληρώσουν κι αυτή την πεθυμιά

Και το τριμμένο απΆ τους καιρούς Ευαγγέλιό τους

νΆ αφήσουν

Εδώ, στου τόπου τους τη ρίζα και γενιά

 

Συναντηθήκανε εδώ, στον πύργο της Θεσσαλονίκης

Δεν είναι όνειρο, οπτασία, είναι ένα γεγονός

Σε τούτο απΆ τα πανάκριβα στολίδια της Ελλάδας

Σε τούτο τον μαγνήτη όλης της γης

Που Άναι τΆ αστέρι των Βαλκανίων και καμάρι

Που αφέντες θέλησαν να γίνουνε πολλοί

Πλούτου πηγή στΆ ανίκανα τα χέρια τους

νΆ αρπάξουν

Που Άρχεται απΆ τους αιώνες μΆ Αρμονία, Σοφία

και Αρετή 

Που έζησε και άντεξε σΆ όλες τις κακουχίες

Κρατώντας δέντρα αμάραντα, λουλούδια και πουλιά

Με τΆ άρωμά της να ξεχύνεται παντού

Κι η θάλασσα στα πόδια της να σμίγει

Και μΆ αφοσίωση νΆ απλώνει και με λάτρα

Για σένα τη γαλάζια της ανάπνα

 

Υμνώντας ακατάπαυστα εσέ, θεά, της ομορφιάς

 

Και τα πουλιά της δε σταμάτησαν ποτέ να κελαηδούν

Μήτε κι έλειψε ποτέ του ουρανού το χρώμα

Μήτε ο ήλιος κι η σελήνη μαράθηκαν ποτέ

Μήτε απΆ των ανθρώπων σου ψυχή γονάτισε στιγμή

 

Μόνο ο άνεμος που έσκουζε καμιά φορά

Θυμίζοντας μονάχα με τΆ άγιο του τροπάρι

Πως είσαι η κόρη του Θεού, της Λευτεριάς

Κόρη πεντάμορφη για ολάκερη την πλάση

 

Κι ούτε σταμάτησαν ποτέ μηνύματα να δίνουν

ΣΆ όλη τη γη οι σταυροφόροι ανάβανε το φως

Στις στέπες, στις έρημους και στα άκρη

Σε θάλασσες και ωκεανούς

Ακόμα και στις χειρότερες στιγμές τους

Μέσα από μύριες συμπληγάδες

Χρόνια σκορπίζουνε το φως

 

Το φως αυτό που είναι δικό σου

Το φως αυτό που είναι όλων μας

Αυτό το φως που Άρχεται απΆ τους αιώνες

Δεν μπόρεσε ποτέ να μας το πάρει κανείς

 

Και φτάνει βαθιά, εκεί που υπάρχει χάος

Που ακόμα ως σήμερα, σκότη επικρατούν

Κι έλιωσε και λιώνει, απέραντα σκοτάδια

Ανοίγοντας φλογισμένους ουρανούς

 

Συναντηθήκανε ξανά, μετά από δεκάδες χρόνια

Και οι ματιές τους γυρνούνε στα παλιά

Ψάχνουν αδήμονοι κι αναζητούν να βρούνε

Ανθρώπους της δικιάς του φαμελιάς

Που διώχτηκαν οικτρά σα ζώα κι απΆ τα πιο άγρια σκυλιά

 

ΝΆ αναγνωρίσουνε ετούτες τις στιγμές

Ανθρώπους της παλιάς τους της γενιάς

Που σπόρους τους κάνανε οι άνεμοι

Και φύτρωσαν σε όλες τις μεριές

Εδώ στην πόλη τη μεγάλη ήρθανε τώρα να βρεθούν

Στην πόλη πΆ άστραψε με φως και φώτισε όλους τους λαούς

 

Και συναχτήκανε τριγύρα της σαν άγγελοι

Και συλλογιούνται μυστικά, σα να Άναι οι Απόστολοι

Και την κοιτάζουν, ω ναι, την κοιτάζουν

Κρίκος κρατήθηκε ατσάλινος, δε λύγισε στιγμή

 

Να Άναι αυτή; Να Άναι αυτή;

 

Ναι, είναι αυτή, είναι αυτή, η κόρη, η αδερφή

 

Τους είναι ξεχασμένη

Μέσα στα βάθη της ψυχής την έχουνε κρυμμένη

Να προσκυνήσουν θένε, το χώμα της το ιερό

Φόρο τιμής να δώσουν, υποταγής, αγάπης και περφάνιας

Στο χώμα αυτό, το ζυμωμένο με αίμα και ιδρό

 

Αυτή την πόλη που λάτρεψαν άνθρωποι και θεοί

Αυτή που ζήλεψαν μιλιούνια οι εχθροί 

Αυτή που τη λήστεψαν, την πυρπόλησαν και τη σκοτώσαν

Έτσι θέλησαν άνθρωποι, επιδρομείς, άγριοι και κακοί

Και αδυνάτισαν και ασχήμυναν το Ρωμιό λαό της

Κι όλο χαρά, την ξαναστήσαν για κείνους στο χορό

 

Αυτή, μΆ έπαρση και ειρμό, ήρθαν να προσκυνήσουν

 

Και πόσα δεν υπόφερε σκληρά η όμορφή μας νύφη!

Σκλάβα δεν έγινε ποτέ, κράτησε την ψυχή

Και την τιμή της δεν μπορέσανε οι σκύλοι

Να την αλλάξουν, να της βάλουν φερετζέ

 

Έμεινε αγνή όσο ποτέ και κρυφοπυρωμένη

Σκούμπωσε τα μανίκια της κι έβαλε την ποδιά

Γιομάτη τριαντάφυλλα, με χρώματα, πουλιά

Κι άπλωσε μες στο χαλασμό κόκκινο νήμα της φωτιάς

Στήνοντας μΆ αγκομαχητά, μιτάρια κι αργαλειό

Τα νυφικά της άρχισε να πλέκει απΆ την αρχή

Τον άρχοντά της, το Ρωμιό, προσμένοντας κοντά της

να φανεί

Και σα νεράιδα άπλωσε τα χέρια της πανταχού

Με την καρδιά της που ήταν άγρια μαχαιρωμένη

Μαζί και της μητέρας μας που σπάραζε σφαγμένη

 

Ω, συ μεγάλη Μάνα, ξεψυχισμένη έβγαινε η φωνή σου:

 

«Τρέξτε παιδιά μου γρήγορα, πριν ναΆ ναι πια αργά»

 

Και τρέξανε, τι άλλο τους απόμεινε να κάνουν;

Κι αφήσανε ξοπίσω τους μια μαύρη χαρακιά

Κι αφήσανε ξοπίσω τους πιτσιλωτές σκιές

¶λλες που ήτανε νωπές κι άλλες πιο παλιές

Και πήρανε τους οφθαλμούς μέσα σε άγριες νύχτες

Προς όλα τα σημεία ξεκίνησαν με ορμή

 

Μάγοι που είχανε μέσα τους δώρα της λευτεριάς

Κάπου να τα φυλάξουνε από την καταχνιά

Εκείνη την απάνθρωπη που Άφερε τη μαυρίλα

Κι έφερε και την κόλαση μΆ ανείπωτη μανία

 

Και μια ευχή πλανιόταν απάνω απΆ τα κεφάλια

Που Άφευγε απΆ τα στόματα όλων των Ρωμιών

 

¶στρα στερνά πΆ αστράφτετε, μη σβήσετε στιγμή

Μα αν τύχει όμως και σβήσετε, θα σβήσει όλη η ζωή

 

Πάνω στην ύστατη στιγμή που θέριζε ο χάρος

Κι έμπηγε το μαχαίρι του πάνω στη Λευτεριά

Με τις φωνές πΆ αλύχταγαν σα λύκοι οι μανιασμένοι

Και χάλαγαν στον τόπο μας μανάδες και παιδιά

Και ταπεινώναν σα θεριά, χωριά και εκκλησιές

 

Μέσα σΆ αυτό το στρόβιλο, σΆ αυτή τη θηριωδία

Μέσα εκεί σε μια στιγμή, σηκώθηκες ορθή

Πρόσταξες τα ποτάμια σου να τρέξουνε στη γη

Προς όλους τους ορίζοντες να βρούνε τη ζωή

Αχτίνα έγινες γιΆ αυτούς και διάβηκες παντού

Μέσα απΆ τον ήλιο πέρασες, απΆ τα άστρα, το φεγγάρι

Φωτίζοντας με χρώματα λευκά και γαλανά

Και έκρυψες τα μαύρα σου, κόκκινα και ωχρά

Και το σταυρό σου χάραζες, με κλώνους και χρυσά

 

Στα πετρωμένα μάτια τους, τους έδινες ζωή

Τα παγωμένα τους κορμιά τους τα έντυνες εσύ

Δέντρα τα νιώθαν και γυμνά, που Άτρεμαν στον αγέρα

Κι όλα τα φύλλα της καρδιάς ήτανε ματωμένα

 

Σα ποταμοί μες στη ζωή, δέσανε τις Ηπείρους. Κι εσύ!

Μια αχτίνα κι όλο διάβαινες, μΆ αγάπη κι αρετή

 

¶λλοι τράβηξαν προς τα εδώ και άλλοι κατά κει

Κι άλλοι τραβήξανε πιο βαθιά, Βορά κι Ανατολή

Τρομάρα που χαντάκωνε και έκοβε τα ποδάρια

Φτερά φυτρώσανε με μιας, πικρή ήταν η βουή:

 

«Μακριά, μακριά αδέρφια, να φύγουμε μαζί

Τόπος να είναι αλαργινός κι ας είναι ξενικός

Γρήγορα θα Άρθει ο καιρός, θα Ά ρθει η άνοιξη, θα Άρθει»

 

Κι όλους τους πόνους σφίξανε, βαθιά μες στην ψυχή τους

Και μες στα μπογαλάκια τους, μαγιά της Λευτεριάς

Την είχανε για φυλαχτό, μαζί και το Χριστό

Και πήρανε τα μάτια τους, χάθηκαν σαν πουλιά

 

¶λλοι με τρένα πΆ ούρλιαζαν τις νύχτες σα στοιχειά

¶λλοι καράβια πήρανε, που βόγκαγαν βαριά

Και άλλοι κόψανε πιο κοντά, με πόδια διαλυμένα

Τη Λευτεριά σημαία τους, σηκώσανε ψηλά

Ήταν οι μέρες που ο Θεός, εθύμωσε πολύ

Κι έγραψε στα κατάστιχα την πιο τρανή πληγή

 

 

Συναντηθήκανε ξανά, μετά από δεκάδες χρόνια

Με ουρανό που χαίρεται, με καμπανοκρουσίες

Και φτάνουνε αδιάκοπα σα μυρμηγκοστρατιές

Στο τόπο τους που έζησε, δεν πέθανε ποτέ

Να φέρουνε χαιρετισμό μέσα απΆ την καρδιά

Κι αν δάκρυ τους απόμεινε απΆ τα πολλά δεινά

Κι εκείνα του ξεριζωμού που Άναι πολύ πικρά

Κι εκείνα που τους έταξε η τύχη τους να βρούνε

 

Εδώ θε να τα ρίξουνε, να βγάλεις πιο πολλές

Ρίζες, Θεσσαλονίκη μας, να βάλεις πιο βαθιές

 

Και φτάνει κόσμος κι αγωνιά, την πόλη πώς θα βρει

Στον τόπο με τΆ αδέρφια του θέλει νΆ αγκαλιαστεί

Να σμίξουν οι ανάπνες τους, να σπάσουν και τα φράγματα απΆ τα μάτια

Κι ένα το στήθος να γενεί, να κλείσουν οι πληγές

Και αυτές που έχουνε οι απΆ εδώ, δεν είναι λιγοστές

Μπόρες περάσανε κι οι από δω κι ήταν φαρμακερές

Μα αυτές που έχουνε οι από κει, είναι πάρα πολλές

 

ΝΆ ακουστεί η Ελλάδα μας, στο στόμα τους γλυκά

ΝΆ ακούσουνε τη γλώσσα μας, πώς τη μιλούμε εμείς

Και νΆ ακούσουμε και εμείς, πώς τη μιλούνε αυτοί

 

Σα μελωδία της Λαμπρής, σα νύχτα μαγεμένη

Όπου το μεγαλούργημα της φύσης ξεφαντώνει

Όπου μεθούν και ηρεμούν τα πιο άγρια θεριά

Κι άλλα που είναι ήμερα κι έχουν αβροφροσύνη

Και φτιάχνουνε τις νύχτες, γλυκές κι αρμονικές

Και τα σημάδια τΆ ανοιχτά να κλείνουν απαλά

 

Παίρνουν το λόγο τα πουλιά, τα ζώα και τα δάση

Παίρνει το λόγο ο άνεμος, τΆ αστέρια, το φεγγάρι

Τα κελαρύσματα πηγών μεθούν και τραγουδούν

Κι όλα μαζί αντάμα, μιλούνε και υμνούν

Την αρμονία της ζωής, φυλάνε και κρατούν

Τη γλώσσα μας κι αθάνατα, μιλούνε και φυλούν

 

Και να, χτυπούν χαρμόσυνα, αμέτρητες καμπάνες

Προσήλωση θρησκευτική, πέλαγος η καρδιά τους

Μοιάζουν ετούτες οι στιγμές, σα νύχτες μαγικές

Δάκρυα φτάνουν στα μάτια τους και δείχνουν τη ζωή

Είναι η ψυχή στα στήθια τους, ίδια μΆ ένα πουλί

Φτεροκοπά και χαίρεται, κοντεύει να τους βγει

 

Κι όλο περιπλανιούνται, αχόρταγα τα μάτια

Κι όλο κοιτούν, κοιτούν, δρόμους και μαγαζιά

Και ψάχνουνε αδήμονα στων άλλων τη ματιά

Μήπως και συναντήσουνε κι άλλους της προσφυγιάς

 

Δρόμοι πλατιοί κι απόβραδο που είναι καθαρό

Με έναν ξάστερο ουρανό, που πνίγεται στΆ αστέρια

Κουράστηκε ένας άνθρωπος, απόκαμε στην πόλη να γυρνά

Στο νου του ήρθε η θάλασσα, ψαράδες και βαπόρια

 

Πόσο την αποθύμησε! Κοντά της να βρεθεί!

Λίγες στιγμές αυτός κι αυτή να μείνουνε μαζί

Και όπως κοιτούσε αχόρταγα ετούτη τη μαγεία

Ανθρώπινο πολιτισμό κι απέραντη Σοφία

Από μακριά ακούγεται το σφύριγμα του τρένου

Τους στοχασμούς του έκοψε, που Άταν παραδομένος

Κι ώσπου να καταλάβει πως ήταν ξυπνός βρέθηκε στο σταθμό

 

Τρένα περνούνε και γυρνούν πολλά και βιαστικά

Κι ένας μικρός ντουνιάς, ανεβοκατεβαίνει

Ακούμπησε με κούραση σΆ ενός τοίχου γωνιά

Και στήριξε τα χέρια του απάνω στο μπαστούνι

Σκούπισε τα γυαλιά του και τα Άβαλε ξανά

Κι άρχισε να μετρά, τα τρένα και τον κόσμο

Μέχρι που βλέπει άνθρωπο, στην πέρα τη μεριά

Δίπλα στεκόταν στις γραμμές, κοίταζε μΆ άδεια ματιά

 

Την τρίχα του ένιωσε με μιας να σκώνεται ορθή

Κι απΆ το κορμί του να περνά μια κρύα ταραχή

Τρέχει κοντά και τον κουνά, θε να τον χαιρετίσει

Και τον κοιτά νωθρά, ξερά, χωρίς να του μιλήσει

 

Προθέσεις της απελπισιάς εθάρρεψε πως είχε στο μυαλό του

Μα γρήγορα ηρέμησε κι έδιωξε το κακό

που Άχε στο λογικό του

Κι όλο τον ψάχνει μυστικά, με τΆ άκρο των ματιών του

Ποιος ναΆ ναι αυτός και τι να κάνει αυτός;

Που στέκονταν μετέωρο με μάτια πετρωμένα

Κι όλο κοιτούσε εκστατικά πως πέρναγαν τα τρένα

Κι ένα μπαστούνι παλιακό, που Άχε για συντροφιά

Πάνω τα δυο του χέρια, το κράταγαν γερά

Και πάνω στο κεφάλι του, μονάχα άσπρα μαλλιά

 

Μια καλησπέρα του Άστειλε, τον κοίταζε γλυκά

Ένας μεγάλος πόνος του Άσφιξε την καρδιά

Κι ανατριχίλα έφτασε στο σώμα του ξανά

Κι όλο τον ψάχνει, τον κοιτά κι αργά τον πλησιάζει

Και οι ματιές τους πάλλονται σε αίνιγμα μεγάλο

Και βλέπει ότι το χέρι του, το άπλωνε αργά

Και με φωνή συρτή, βραχνή, του είπε, «γεια χαρά»

 

Κοιτάχτηκαν λίγες στιγμές με τα σφιγμένα χέρια

Σα φύλλα τρέμαν και των δυο και ήταν μαραμένα

Και δυο φωνές ακούστηκαν, σε μια στιγμή μαζί:

 

«Απούθε είσαι βρε Έλληνα, πού βρέθηκες κι εσύ;»

 

 

 

Περνούν τα τρένα κι έρχονται, σφυρίζουν δυνατά

Κι όπως περνούν και χάνονται, δεξιά κι αριστερά

Αγκαλιασμένοι βρίσκονται, μες σε βαριά σιγή

Το αργοχάδεμά τους τις πλάτες τους αγγίζει με στοργή

Κι είναι απαλό, είναι γλυκό, μοιάζει μΆ ευχή της μάνας

Που δίνει προμαντέματα, σοφά για τα παιδιά

Και τα σπουδάζει υπομονή, ναΆ χουνε στη ζωή

κι ασίγαστη καρδιά

 

Μέχρι που στάθηκε κοντά μια κοπελίτσα όμορφη και μικρή

Με τη γιαγιά της, που Άχε ένα συνήθειο κι ήθελε να κοιτά

Τους ξένους και περαστικούς, σαν κότες να τους ψάχνει

Με μια ματιά που τρύπαγε κι έφτανε ως στην ψυχή

Αρκεί να ήταν χρόνια, καμιά εβδομήντα, ογδόντα

Κι αν είναι ντόπιος, ξενικός, το ήθελε κι αυτό

 

Μα αυτό ήταν που την πείραζε πολύ την εγγονή

Ωχού! κάθε φορά βαρέθηκε, την κούραζε πολύ

Και φώναζε και μάλωνε:

 

«Γιαγιά, τι πράγματα είναι αυτά;»

 

Πότε να έρθουν στο σταθμό και πότε στο λιμάνι

Κάθε φορά γέρους, αγνώστους, κρυφά να γυροφέρνουν

Μα αγαπούσε τη γιαγιά και έτρεχε η εγγονή

 

«Μπάρμπα απούθε έρχεσαι, πώς είναι τΆ όνομά σου;»

 

Μα να, τα πράγματα εδώ ήταν αλλιώτικα

Κι ένας παράξενος μαγνήτης τραβούσε τη γιαγιά

Λες κι ήταν ένα μέταλλο, την έλκυε κοντά

Και η ματιά της τρύπωνε στα στήθια τους γοργά

 

Μα εκείνοι αδιάφοροι, δε βλέπαν τη γιαγιά

Μόνο μιλούσανε σιγά και ήταν αγκαλιά

 

Απόρησε η δεκάχρονη στη συμπεριφορά τους

Και της γιαγιάς τα μάτια μεγάλωναν πολύ

Μέχρι που γέλασε η μικρή με τΆ αγκαλιάσματά τους

Και η γιαγιά τους σίμωσε, ακόμα πιο πολύ

 

-Πάμε γιαγιά, πάμε γιαγιά κι άσε τα γεροντάκια

Κι η μάνα θΆ ανησυχεί αν φτάσουμε αργά

 

Μα η γιαγιά την τράβηξε απότομα κοντά

Και με ματιά που γυάλιζε της λέει σιγανά:

 

-¶ντε να πάμε ως τη γωνιά, πέρα απΆ τη στροφή

Παρήγγειλε στη μάνα σου να μην ανησυχεί

Σε καμιά δυο τρεις ώρες, θα βρίσκομαι εκεί

 

Γρήγορα έφτασε η γιαγιά στον τόπο τους κοντά

Και οι σκιές των δυο αντρών, ήταν ακόμα εκεί

Κι ήταν σκιές τρανές, σα γίγαντες ορθές

Καθώς το φως το κρεμαστό που κούναγε ο αγέρας

Δίπλα σΆ έναν μαντρότοιχο, άφηνε ζωγραφιά

Και πάνω αργοχύνονταν των δέντρων η σκιά

Στήνοντας με τον τρόπο τους μία μικρή αρένα

 

Πάλη μεγάλη γίνονταν, ποιος είναι πιο γερός

Κι αχόρταγα φιλιόντουσαν, μιλούσαν για παλιά

Πότε ο ένας να χιμά, πότε να πέφτει ο άλλος

Σε μία πάλη αλλιώτικη, σε στίβο αγκαλιάς

Μαντήλια απΆ τα χέρια τους, μοιάζανε με σημαίες

Και σκούπιζαν τα δάκρυα, ο ένας απΆ τον άλλο

 

Ένας καινούργιος ίσκιος, ήρθε να προστεθεί

Και πλησιάζει σταθερά, μα δύσκολα πολύ

Πάνω στον τοίχο τα βαριά τα βήματά του κάνει

Που κόλλησαν σα λάστιχο, πάνω στη μαύρη γη

 

Με δυσκολία, η γιαγιά, αργά τα ξεκολλάει

Κι απΆ την πολλή τρομάρα της, κόντεψε να χαθεί

Όταν ακούει να μιλά, αργά ο ένας ίσκιος:

 

-Ποιος είναι αυτός που μας κοιτά;

 

Κι ένα βήμα το Άριξε με κόπο κατά κει

Έτρεμε η ψυχή της δόλιας, σαν έρημο πουλί

Κι ο ίσκιος ξανακούστηκε με τη βραχνή φωνή:

 

-Τέτοια στιγμή, τέτοια χαρά, δεν τη χαλούν οι άνθρωποι

Μετά από χρόνια αμέτρητα, βρεθήκαμε οι χαμένοι

Στα πατρικά μας χώματα, που Άμασταν ξεχασμένοι

 

Χρόνια καμιά ογδονταριά, θα Άταν και τα δικά της

Και δυο φορές μες στη ζωή της έλαχε να ζήσει

Λαχτάρα, τρόμος και καημός, την είχανε θερίσει

Μια που Άταν κοριτσόπουλο την άρπαξε κρυφά

Ένας τσιγγάνος καλαθάς μέσα απΆ τη συμφορά

Και μια ετούτη τη στιγμή, στις ράγες του σταθμού

Που έβλεπε δυο γίγαντες, να κλαιν και να γελούν

 

Πλησίαζε αδήμονα και τρέμανε τα πόδια

Και το μαντήλι τράβηξε και τα μαλλιά της λύνει

Σαν καταρράκτες έμοιαζαν πΆ αστράφτει πάνω ο ήλιος

Κι απάνω στο μαντρότοιχο έπεσε κι άλλη σκιά

Και οι τρεις τους τώρα τρέμουνε, σα φύλλα απΆ τη χαρά

 

-¶ντε καλοί μου άνθρωποι και τρόμαξα πολύ

Σα ναΆ ναι ένα ηφαίστειο, βροντά τώρα η καρδιά μου

Πλάνταξε η δόλια, σκιάχτηκε κι όλα τα λογικά

Θαρρώ πως έγινε πουλί, έτοιμη να πετάξει

Φτερά να βγάλει να χαθεί, μαζί κι η προσδοκία

Που χρόνια την περίμενα κι έπλεκα με λατρεία

Με νήμα απΆ το αίμα μου, βέργες απΆ την καρδιά μου

Και με καημό ασήκωτο, κράταγα την ψυχή μου

Βάρος που το Άχα μέσα μου, θα Άρθει κάποια στιγμή

Πέρα απΆ τον ορίζοντα, πέρα από άλλη γη

Πουλιά θα Άρθουν στα χέρια μου, πριν τη στερνή πνοή

 

Μην κι είστε εσείς μωρΆ γέροντοι και χάνω τη λαλιά μου;

Που χρόνια ψάχνω στους σταθμούς και λέω τα μυστικά μου;

Και στα λιμάνια που γυρνώ, ρωτώ τους καπετάνιους

Κανείς δε μΆ αποκρίνεται, κανένας δε ριγείτε

Μήτε τα τρένα μου μιλούν, απάντηση δεν παίρνω

 

Τι κι αν μηνύματα έστειλα, σΆ Ανατολή και Δύση;

Τίποτα δε κατάφερα, μαράθηκΆ η ψυχή μου!

Μόνο η σκούρα θάλασσα παρηγοριά μου δίνει

Στέλνοντας απΆ τα πέρατα, τΆ αργό τραγούδημά της

¶σμα θαρρώ να γίνεται, η σκούρα αγκαλιά της

Κι όλα τα κυματάκια της να στραφταλούν σαν ήλιοι

Και σα σειρήνες μαγικές, φτάνουν φωνές αχνές

Να ορμούν στα μύχια της ψυχής μΆ άγγιγμα απαλό

Και να θωρώ στα μάτια μου γοργόνες στη σειρά

Χέρια λευκά σα πούπουλο, να θέλουν τα δικά μου

Πεντάμορφες πΆ αστράφτουνε και να σκορπούν χαρά

Λαμπρό χορό να στήνουνε, στα μάτια μου μπροστά

Να μου μιλούν παράξενα, να δένουν την καρδιά μου

ΜΆ αραχνοΰφαντη κλωστή, να την κρατούν δεμένη

Και στα μαλλιά να χύνεται, με χάρη το αγέρι

Κι αντίκρυ το φεγγάρι, το μπάνιο του να παίρνει

Ω, τι μαγεία, τι χαρά, τι νύχτα λατρεμένη!

Φεύγουν οι πόνοι μου με μιας που Άναι σα στοιχειωμένοι

ΜΆ ανάθεμα τη δόλια μου και δεν καταλαβαίνω

Τι να μου λένε οι φωνές, που ακούγονται τριγύρα;

 

Κι όπως αργά τα χέρια μου στον ουρανό σηκώνω

Στεγνά είναι τα χείλη μου, ψελλίζουν σα χαμένα

Βαριά τα νιώθω και ξερά, σα ναΆ ναι πανιασμένα

Και μια απόκριση ζητώ, μΆ απόκριση δεν παίρνω

 

Κι όταν κουράζεσαι νΆ ακούς, πόνους και μυστικά μου

Ω, συ καλή μου θάλασσα, τα κύματα σηκώνεις

Σβήνουν γοργόνες και χοροί στα βάθη σου τα σκούρα

Κι εμένα πνίγεται ο καημός και χάνω τους ρυθμούς σου

 

Κι όταν μερεύουν και σιωπούν, καλπάζουν τα μελτέμια

Κι είναι γλυκά κι είναι απαλά κι όλο με τραγουδάνε

Τα δάκρυα μου στεγνώνουν και παίζουν στα μαλλιά μου

Μα πάλι ξαναβρίσκομαι, μέσα στη μοναξιά μου

Κι ήταν κι αυτό ένα όνειρο γλυκό, μα όνειρο

Μα εσύ το πήρες θάλασσα, στΆ αργό τραγούδημά σου..!

 

Αυτά περνώ κι αυτά τραβώ μαζί με τα όνειρά μου

Παρηγοριά στη θάλασσα βρίσκω λίγες στιγμές

Μα όταν γυρνώ στο σπίτι μου ζω με τη μοναξιά μου...

 

Μην κι είσαι μωρέ γέροντα ο Κωσταντής...;

Μην είσαι ο γιος της μάνας μου, ο μόνος αδερφός;

Κι εσύ ο πρωτοξάδελφος του μπάρμπα-Νικόλα γιος;

Ο ξάδερφος ο Πέτρος απΆ το χωριό το διπλανό

που κάηκε κι αυτό;

 

Πέστε μου, σας παρακαλώ και μΆ έλιωσε ο πόνος

Πέστε μου και κοιτάξτε με, χάνω τα λογικά

Μην κι είναι πάλι όνειρο, που φέρνει λησμονιά

Ωχ, ωχ! μανούλα μου! Τι μου Άλαχε να ζήσω

Πιάστε με αδέρφια γέροντοι, θαρρώ τώρα θα σβήσω

 

 

 

Τρένα περάσανε πολλά, γιομάτα κι αδειανά

Και οι τρεις σκιές ενώθηκαν, γίνηκαν τώρα μια

Δυο μπαστούνια, δυο γυαλιά, κείτονταν κατά γη

Κι ένα μαντήλι γύρα τους, πετούσε σαν πουλί

 

Συνέχισαν οι τρεις σκιές, γιομάτες με ζωή

Περίπατο να κάνουνε πέρα στο ακρογιάλι

Τα μάτια τους να ρίξουνε, στη θάλασσα βαθιά

Μακριά να ταξιδέψουνε, που ζούσανε παλιά

Και τα συρτάρια της ψυχής μαζί να τα ανοίξουν

Και να τα πούνε τώρα εδώ, στον πατρικό τον τόπο

Και να τα πούνε και αλλού, σε όλο το ντουνιά

Πόσο βαριά τα βάσανα, που πέρασαν παλιά

Κι ήταν όλα πικρά, απάνθρωπα, σκληρά

 

Πνοή γλυκιά η θάλασσα, τα μάγουλα τους γλείφει

Κι ο αγέρας παίζει απαλά, σηκώνει τα μαλλιά τους

Μπροστά στα πόδια τους, ψαρόβαρκες δεμένες

Κουνιούνται και στοχάζονται το χτες και το προχτές

Ανέμελες, δε νοιάζονται τι θαΆ χουν για ταχιά

Κι οι φάροι που Άναι πιο μακριά, φεγγοβολούν αχνά

 

Τραβά ο αγέρας τα μαλλιά προς την Ανατολή

Κι αυτοί είναι ακίνητοι, κοιτούνε κατά κει

Στη μέση κάθεται η γιαγιά κι είναι προσηλωμένη

Κι από δεξιά κι αριστερά, κάθονται οι δυο γερόντοι

Πα στα μπαστούνια τους τα δυο, βάλανε τα σαγόνια

Πάνω στους ώμους και των δυο, έχει η γριά τα χέρια

Και φαίνονται από μακριά, σαν άσπρα περιστέρια

 

Μέχρι που μια στιγμή, αναστενάζει ο ένας

Και τρέχουνε τα μάτια του στη θάλασσα πέρα ως πέρα

 

Περίεργος τους κοίταζε για ώρα ένας καπετάνιος

Μήτε που τον κατάλαβαν οι σκυθρωπές σκιές

Ποιος ναΆ ναι αυτός, πώς βρέθηκε εδώ;

Μα κι αν τον καταλάβαιναν θα του Άλεγαν κοφτά

Κόπιασε καπετάνιο μας, έλα κι εσύ κοντά

 

Όλοι φαίνονταν ναυαγοί, σε σκέψεις βυθισμένοι

Μα στη ματιά τους άστραφτε, μια χαραυγής δροσιά

Και το μελτέμι αδιάκοπα, φυσά τραγουδιστά

ΣτΆ αυτιά τους λέει απαλά κι είναι όλο χαρά:

 

«Τούτα τα κυματάκια, σας φέραν στη στεριά»

Κι άρχισε ο πρωτοξάδελφος, βαριά βαλαντωμένος

Με τα βαθιά σημάδια του, με τα τσαπιά σκαμμένα

Βγαίνει η φωνή του με στανιό κι είναι πυρπολημένος

Από την κάψα της ζωής, της ξενιτιάς πυρά

Φαρμακωμένη η καρδιά, στα στήθια του κλεισμένη

Και η ψυχή μέσα του, με βάλσαμο φτιαγμένη

 

Καράβια γνώρισε κι αυτός, μα πιότερο τα τρένα

Που έτρεχαν μερόνυχτα, σα να Άταν στοιχειωμένα

Τι να τους πρωτόλεγε, για κείνα τα φαρμάκια;

Που όλα τα ξεχάσανε, μες στης φυγής το δράμα;

Το μόνο που τους ένοιαζε, ήταν η Λευτεριά

Κοντά σαν ήθελε ο Θεός, θα σώναν τα κορμιά

 

Κι άρχισε ο Πετρής, σα να μονολογούσε

 

Weiter - Παρακάτω